Υπάρχουν στιγμές στην ιστορία του ελληνικού πολιτισμού όπου η συνάντηση δύο μεγάλων δημιουργών δεν εκφράζεται μόνο ως σύμπτωση πορειών, αλλά ως μια βαθύτερη, σχεδόν διαλεκτική σχέση. Μια τέτοια περίπτωση αποτελεί το ιδιότυπο «δίπολο» ανάμεσα στον Μάνο Χατζιδάκι και τον Μίκη Θεοδωράκη. Δύο κορυφαίες μορφές που κυριάρχησαν και συνδιαμόρφωσαν από κοινού το σύγχρονο ελληνικό τραγούδι.
Η σχέση τους δεν υπήρξε ποτέ απλώς συγκριτική – υπήρξε ουσιαστικά διαλογική. Σε αυτή τη διαλεκτική εμφανίζεται και το παράδειγμα του «Επιταφίου». Από τη μία, ο εμβληματικός «Επιτάφιος» του Θεοδωράκη πάνω στην ποίηση του Γιάννη Ρίτσου, που εγγράφηκε ανεξίτηλα στη συλλογική μνήμη ως έργο-τομή. Από την άλλη, ο λιγότερο γνωστός —και ανολοκλήρωτος— «Επιτάφιος» του Χατζιδάκι, σε ποίηση του Τάκη Βαρβιτσιώτη, που μοιάζει να κινείται σε μια πιο εσωτερική, υπαρξιακή διάσταση.
Η επιλογή του Χατζιδάκι να αποσυρθεί από την ολοκλήρωση του δικού του «Επιταφίου», την ίδια περίοδο που ο Θεοδωράκης επεξεργαζόταν το δικό του έργο, συνιστά μια σπάνια στιγμή συνείδησης.
Έτσι, το παρόν κείμενο του νομικού, δημοσιογράφου, πολιτικού και κοινωνικού αναλυτή, καθώς και εκλεκτού μέλους της Ιονικής Οικογένειας, αγαπητού Μιχάλη Κωνσταντή, επιχειρεί να φωτίσει όχι μόνο μια λιγότερο γνωστή σελίδα της δημιουργίας του Χατζιδάκι, αλλά και την πολυσήμαντη σχέση δύο μεγάλων δημιουργών, μέσα από ένα σύμβολο που εξακολουθεί να συγκινεί και να γεννά ερωτήματα: τον Επιτάφιο.

Αποτελεί πλεονασμό και παραδοχή αυτονόητη, συγχρόνως, να επισημάνω για ακόμη μια φορά πόσο λατρεύω τον Μάνο Χατζιδάκι. Θα πω κάτι αντίστοιχο και για τους «ποιητές της Θεσσαλονίκης». Νομίζω ότι με βοήθησαν να κατανοήσω καλύτερα την νεωτερική ποίηση μας και να αναζητώ εσαεί την ιδιαίτερη συγκίνηση, που πρώτοι εκείνοι με έκαναν να αισθανθώ, με τον αισθαντικό ποιητικό τους Λόγο. Ποιητές, όπως ο Γεώργιος Βαφόπουλος, ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, η Ζωή Καρέλλη, ο Τάκης Βαρβιτσιώτης, ο Γιώργος Θέμελης, ο Κλείτος Κύρου, ο Μανώλης Αναγνωστάκης, ο Γιώργος Ιωάννου, ο Ντίνος Χριστιανόπουλος, ο Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου, ο Πρόδρομος Μάρκογλου, μέχρι και τον προσφάτως αποβιώσαντα (ποιητή-τραγουδοποιό) Διονύση Σαββόπουλο, αποτελούν μια διαχρονική αλυσίδα που ενώνει την ύστερη περίοδο του Μεσοπολέμου με το σήμερα, σε ότι αφορά την ποιητική δημιουργία.
Ο Μάνος Χατζιδάκις αγαπούσε πολύ τη Θεσσαλονίκη, όπως και τους ποιητές της (γνωστοί και με τον αδόκιμο όρο «Ποιητές της Θεσσαλονίκης»). Είναι σίγουρο πως γνώριζε και εκτιμούσε την ποίηση του Ντίνου Χριστιανόπουλου (το «κύκνειο άσμα» του Μάνου ήταν σε ποίηση Χριστιανόπουλου), μολονότι οι δρόμοι τους έσμιξαν πολύ αργά, στα τέλη της δεκαετίας του 1970, πιθανώς και μέσα στη δεκαετία του ’80.
Η μοναδική απόπειρα του Χατζιδάκι να μελοποιήσει έναν αμιγώς Θεσσαλονικιό ποιητή είχε γίνει στα τέλη της δεκαετίας του 1950 με τον «Επιτάφιο» του Τάκη Βαρβιτσιώτη (1916-2011). Επρόκειτο για έναν κύκλο λυρικών τραγουδιών προορισμένο για τη φωνή του Γιώργου Μούτσιου, στενού συνεργάτη τότε του συνθέτη, που έμεινε μόνο στις παρτιτούρες και δεν ηχογραφήθηκε ποτέ στην τελική του μορφή. Λέγεται πως ένας λόγος που ο «Επιτάφιος» των Μάνου Χατζιδάκι – Τάκη Βαρβιτσιώτη δεν είδε ποτέ… το φως της δημοσιότητας οφειλόταν στο ότι την ίδια ακριβώς περίοδο ο Μίκης Θεοδωράκης δούλευε τον δικό του «Επιτάφιο» σε ποίηση του Γιάννη Ρίτσου. Ο Χατζιδάκις ευφυώς εγκατέλειψε το δικό του «εγχείρημα», αφού όλοι γνωρίζουμε καλά τη θέση που κατέλαβε ο «Επιτάφιος» των Θεοδωράκη – Ρίτσου μέσα στην ιστορία του ελληνικού έντεχνου – λαϊκού τραγουδιού. Πόσο μάλλον, όταν ο Χατζιδάκις αυτοπροσώπως εκλήθη από τον Μίκη Θεοδωράκη να ενορχηστρώσει το έργο με πρώτη ερμηνεύτρια τη Νάνα Μούσχουρη.

Ο Χατζιδάκις, ωστόσο, συμπεριέλαβε τον δικό του «Επιτάφιο», στην περίφημη λίστα των έργων του, γεγονός που σημαίνει ότι είχε κάνει σημαντική προεργασία πάνω στα οκτώ ποιήματα του Τάκη Βαρβιτσιώτη που είχε επιλέξει να μελοποιήσει. Και ενδεχομένως να επανέρχονταν σε ευθετότερο χρόνο, προκειμένου να επανασχοληθεί με το ανολοκλήρωτο έργο του, έτσι όπως το αναγράφει ο ίδιος στην λίστα που μας άφησε: «ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ, (Έργο 15) κύκλος οκτώ τραγουδιών. Ανολοκλήρωτο».
Στην μουσική αυτοβιογραφία του «Η εποχή της Μελισσάνθης», ο Μάνος Χατζιδάκις έχει κι ένα τραγούδι που το ονομάζει «Επιτάφιος» και δεν είναι κάτι άλλο παρά μία μικρή εκλογή από τα Εγκώμια της Γ’ Στάσης της Μ. Παρασκευής, που αρχίζει με το δημοφιλές «Αι γενεαί πάσαι». Προφανώς ο Χατζιδάκις θέλησε να βάλει έναν «Επιτάφιο» σ’ αυτό το έργο του, σα να ψάλλει έτσι ο ίδιος τους νεκρούς της Κατοχής και της Απελευθέρωσης. Αυτούς που μνημονεύει στο προλογικό του σημείωμα για το έργο, αλλά και άλλους.

Ο Επιτάφιος, η Άνοιξη, ο Απρίλης και άλλα συμπαρομαρτούντα, ξεπηδούν συχνά στο έργο του Χατζιδάκι, ο οποίος από το 1958 δουλεύει τον δικό του «Επιτάφιο». Έναν κύκλο οκτώ τραγουδιών σε ποίηση Τάκη Βαρβιτσιώτη. Δυστυχώς το έργο παρέμεινε ανολοκλήρωτο. Τα τραγούδια ήταν τα εξής: Όλα τα χέρια / Κοιμισμένη φλόγα / Πως φεύγουν οι κορυδαλλοί / Στο κοιμητήριο των πουλιών / Πνιγμένα αστέρια / Θρηνήστε τον Άδωνη / Μάγοι και αρνάκια / Ω, εσύ αμόλυντη παρθένα / Μια στάλα αίμα μεγαλώνει. Πάντως, τον «Επιτάφιο» του Χατζιδάκι συναντούμε κατά κάποιον τρόπο και στην «Οδό Ονείρων» του. Ο ίδιος ο συνθέτης λέει εκεί: «Εδώ σ’ αυτόν τον δρόμο γεννιόνται και πεθαίνουν τα όνειρα τόσων παιδιών ίσαμε τη στιγμή που η αναπνοή τους θα ενωθεί με τ’ ανοιξιάτικο αεράκι του επιταφίου και θα χαθεί». Κι ακόμα, το ποιητικό έργο «Μέρες Επιταφίου» του Νίκου Γκάτσου, το είχε ζητήσει από τον σπουδαίο μας στιχουργό ο Μάνος Χατζιδάκις για να το μελοποιήσει και να το παρουσιάσει, με την «Ορχήστρα των Χρωμάτων», κάποιο Πάσχα στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Ο Χατζιδάκις δεν έγραψε τελικά ποτέ τη μουσική, παρά το γεγονός ότι το είχε ανακοινώσει…
Ένας «Επιτάφιος», επίσης, που σημάδεψε τον Χατζιδάκι, όπως αφηγείται ο ίδιος, είναι ο ακόλουθος: «Δεν θα ξεχάσω ποτέ, σαν ήμουν 18 χρονών, μες στα δύσκολα για όλους χρόνια της γερμανικής κατοχής, τον Τσαρούχη, τριγυρισμένο από διαλεχτούς νέους μαθητές του, να παρακολουθεί τη λειτουργία του Επιταφίου, σ’ ένα μικρό εκκλησάκι της Πλάκας, κρατώντας μιαν αναμμένη λαμπάδα, με μιαν άνετη ευλάβεια, χωρίς τον ιουδαϊσμό των «τακτικών χριστιανικών θαμώνων», με μιαν ευλάβεια που λες και υπήρχε μέσα του χιλιάδες χρόνια, να ψάλλει «γνησίως βυζαντινά», και συγχρόνως να ευφραίνεται τις μύριες προεκτάσεις ετούτης της στιγμής που ζούσε».
Ο Μάνος Χατζιδάκις ηχογράφησε τον «Επιτάφιο» του Μ. Θεοδωράκη, σε ποίηση Γ. Ρίτσου, ενώ ο «Επιτάφιος» του Μίκη τον απασχολούσε για πολλά χρόνια, γι’ αυτό και τον «δοκίμαζε» στο πιάνο με την ανεπανάληπτη Φλέρυ Νταντωνάκη, στο τραγούδι. Για τον Χατζιδάκι ο Επιτάφιος ήταν η «Λειτουργία της Άνοιξης».
Μιχάλης Κωνσταντής

