Την Κυριακή 18 Ιανουαρίου ο Σύλλογός μας πραγματοποίησε την πρώτη του θεατρική εξόρμηση για τη νέα χρονιά, με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, αφού παρακολουθήσαμε το θρυλικό έργο «Το Μεγάλο μας Τσίρκο» στο «Θέατρον» του Κέντρου Πολιτισμού «Ελληνικός Κόσμος». Όπως σας είχαμε ενημερώσει στο σχετικό μας δημοσίευμα (βλ. εδώ), επρόκειτο – διόλου τυχαία – για τη μεγαλύτερη προσέλευση που είχαμε ποτέ σε θεατρική μας δραστηριότητα, αφού διατέθηκαν 60 εισιτήρια (ενώ η ζήτηση ήταν ακόμα μεγαλύτερη)!
Σε αυτήν μας την εξόρμηση δεν είχαμε μαζί τον αγαπητό Μιχάλη Κωνσταντή, ο οποίος ήταν από αυτούς που είχαν προτείνει να συμπεριληφθεί η παράσταση στη λίστα των θεατρικών μας δραστηριοτήτων. Ο ίδιος παρακολούθησε την παράσταση λίγες μέρες αργότερα. Η συγκινητική εμπειρία που βίωσε ο νομικός, δημοσιογράφος, πολιτικός, κοινωνικός αναλυτής και εκλεκτό μέλος της Ιονικής Οικογένειας, Μιχάλης, τον ώθησε να μας αποστείλει την ακόλουθη, υπέροχη ανάλυση για την εν λόγω παράσταση, αλλά και για την ιστορία και μοναδική διαχρονικότητα του έργου που μιλά απ’ ευθείας στην καρδιά όλων των Ελλήνων!
«Το μεγάλο μας τσίρκο», επίκαιρο όσο ποτέ ακόμη και σήμερα
«Τρεις του Σεπτέμβρη μανάδες, γέροι και παιδιά
στα παραθύρια βγείτε και θωρείτε
τι φέρνουμε στο βασιλιά, βαθιά γραμμένο στα χαρτιά.
Τρεις του Σεπτέμβρη μάνες, γέροι και παιδιά».
Σε κάποιο από τα ταξίδια μας με την «Ιονική Ενότητα», πριν από έναν περίπου χρόνο, όταν έμαθα ότι θα ανέβει στη σκηνή, το ιστορικό έργο «Το μεγάλο μας τσίρκο», είπα στον Γιάννη Σοφιανόπουλο να το συμπεριλάβει αν θέλει στον κύκλο των θεατρικών παραστάσεων που κλείνει κατ’ έτος, προκειμένου να τα παρακολουθούν μέλη του Συλλόγου. Χάρηκα πολύ, μάλιστα, όταν έμαθα από τις Μαρίες (Κουρούνα, Φιλιπποπούλου), ότι υπήρχε μεγάλη προσέλευση, καθώς και ευμενή σχόλια όσων παρακολούθησαν το σπουδαίο αυτό έργο, επίκαιρο όσο ποτέ ακόμη και σήμερα. Προσωπικά είδα την παράσταση κάποιες μέρες μετά με την Μαρία (το είδε με χαρά για δεύτερη φορά, σε διάστημα μιας εβδομάδας) και πέρασαν μπροστά μας σημαντικές στιγμές της ελληνικής ιστορίας, παλαιότερης και νεότερης.
«Το μεγάλο μας τσίρκο», το ιστορικό αυτό έργο του Ιάκωβου Καμπανέλλη, σε μουσική του Σταύρου Ξαρχάκου το συνοδεύουν εδώ και μισόν αιώνα (για την ακρίβεια 52 χρόνια), μύθοι και θρύλοι. Είναι ένα έργο που συνδέθηκε ακόμη και με την εξέγερση του Πολυτεχνείου, (ενώ μετά τους «Όρνιθες» του Αριστοφάνη που προκάλεσαν θύελλα αντιδράσεων, αρκετά χρόνια νωρίτερα), έγραψε τη δική του ιστορία, εκεί στο μεταίχμιο της δεύτερης χούντας και της Μεταπολίτευσης.
Πριν από πενήντα δύο χρόνια, μέσα στη στρατιωτική δικτατορία, είχε κάνει πρεμιέρα το εμβληματικό έργο του Καμπανέλλη, από τον θίασο Καρέζη-Καζάκου, καθώς ξεκίνησε να παίζεται το καλοκαίρι του 1973 στο θερινό «Αθήναιον» και τον Οκτώβριο του ίδιου χρόνου μεταφέρθηκε στο «Ακροπόλ». Πρόκειται για ένα σπονδυλωτό έργο, ένα πανόραμα του βίου του ελληνικού κράτους, που γράφτηκε κατόπιν πρότασης του θιασαρχικού ζευγαριού.
Η Τζένη Καρέζη έχει περιγράψει πως έψαχναν έναν έργο που έπρεπε «να είναι κάτι σαν λαϊκό πανηγύρι, να κλείνει μέσα του πολλή ρωμιοσύνη», ώστε με όπλα τη σάτιρα, το γέλιο και το δάκρυ να μιλήσουν «για τους καημούς και τα όνειρα της φυλής μας, για προδομένους αγώνες, προδομένες ελπίδες και πάνω απ’ όλα, για ομορφιά». Και απευθύνθηκαν στον σπουδαίο Έλληνα δραματουργό, τον Ιάκωβο Καμπανέλλη, ως τον πλέον κατάλληλο να μετατρέψει την ιδέα τους σε ένα έργο που θα είχε «μέσα του τους σπόρους της λαϊκής μας τέχνης».
Έτσι προέκυψε μια αλληγορική λαϊκή επιθεώρηση με πολλές αναφορές, από το θέατρο του Μπρεχτ μέχρι τον Καραγκιόζη, όπου κεντρικοί ήρωες ήταν ο Ρωμιός και το Ρωμιάκι, δύο πλάνητες που σχολιάζουν σταθμούς της ελληνικής Ιστορίας. Το έργο ξεκινάει, καθόλου τυχαία, από το μύθο του Κρόνου που έτρωγε τα παιδιά του, περνάει στην αρχαιότητα (Μαντείο των Δελφών, Πυθία) και στο Βυζάντιο (περίοδος Κομνηνών), έπειτα στην ίδρυση του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους και στο πρώτο σύνταγμα του 1843, φτάνοντας ως τις αρχές του 20ού αιώνα και τη Μικρασιατική Καταστροφή.
Η παράσταση που σκηνοθέτησε ο Κώστας Καζάκος απέκτησε άμεσα πολιτική ταυτότητα και μέχρι σήμερα το «Μεγάλο μας τσίρκο» αποτελεί μοναδικό παράδειγμα συμπόρευσης της Τέχνης με την κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα. Πρωταγωνιστούσε ένας 35μελής θίασος: δίπλα στον Καζάκο και την Καρέζη, που ερμήνευαν τον Ρωμιό και το Ρωμιάκι, αντίστοιχα, έπαιζαν ο Διονύσης Παπαγιαννόπουλος, ο Χρήστος Καλαβρούζος, ο Τίμος Περλέγκας, ο Σπύρος Κωνσταντόπουλος κ.ά., ενώ η διδασκαλία του θεάτρου σκιών έγινε από τον Ευγένιο Σπαθάρη. Και βέβαια, τα θρυλικά τραγούδια στη μουσική του Σταύρου Ξαρχάκου -που απέκτησαν και αυτόνομη πορεία- ερμήνευε επί σκηνής ο Νίκος Ξυλούρης.
«… Λαέ μη σφίξεις άλλο το ζωνάρι / μην έχεις πια την πείνα για καμάρι. / Οι αγώνες πούχεις κάνει δε φελάνε / το αίμα το χυμένο, το χυμένο αν δεν ξοφλάνε. / Λαέ μη σφίξεις άλλο το ζωνάρι / η πείνα το καμάρι είναι του κιοτή / του σκλάβου που του μέλλει να θαφτεί».
Η παράσταση μετατρεπόταν κάθε βράδυ σε άτυπη αντιδικτατορική διαδήλωση και το έργο είχε αποφύγει την άγρια λογοκρισία (καθώς ο Καμπανέλλης κορόιδευε τους αμαθείς και ανόητους λογοκριτές της χούντας, λέγοντας τους μεταξύ άλλων: «Μου ζητάτε να λογοκρίνω τον Κολοκοτρώνη;» και φυσικά εκείνοι αγνοούσαν ότι ο Γέρος του Μοριά, δεν είχε εκστομίσει ποτέ του τα λόγια περί κατάλυσης της Δημοκρατίας που είχε βάλει στο στόμα του.
Ο Καμπανέλλης, επίσης, πατούσε στο περιθώριο των ιστορικών γεγονότων, τα εμβόλιζε με φανταστικά στοιχεία και κυρίως, είχε αφήσει απ’ έξω οποιαδήποτε σύγχρονη αναφορά. Παρόλα αυτά η… πορεία της παράστασης δεν ήταν απρόσκοπτη. Οι έλεγχοι της Ασφάλειας ήταν καθημερινοί, ενώ η Καρέζη και ο Καζάκος συνελήφθησαν και κρατήθηκαν στο ΕΑΤ-ΕΣΑ, ειδικά μετά τα γεγονότα του Πολυτεχνείου. Η παράσταση, παρ’ όλα αυτά, συνέχισε τον θριαμβευτικό της δρόμο, ενώ στις 3 Αυγούστου του 1974, μετά την πτώση της χούντας, το έργο ξανανέβηκε με την προσθήκη λογοκριμένων σκηνών κι ενός καινούργιου τραγουδιού («Προσκύνημα»), αφιερωμένου στους νεκρούς του Πολυτεχνείου.
«Καθώς τα μαγειρέψαν και τα φτιάξαν
από ξαρχής το λάκκο τους εσκάψαν
κι από κοντά οι μεγάλοι μας προστάτες,
αγάλι αγάλι εγίναν, εγίναν νεκροθάφτες».
«Το Μεγάλο μας τσίρκο» είναι ένα υπέροχο λαϊκό θεατρικό πανηγύρι, που κλείνει μέσα του όλη τη χαρά, το πάθος και τον πόνο της Ρωμιοσύνης. Άλλοτε με σατιρικό σχόλιο και άλλοτε με κραυγή δραματική, το έργο αγκαλιάζει όλη την ιστορία του τόπου μας. Σαν άλλος Αριστοφάνης, που δεν αγνοεί τον Μπρεχτ, ο Καμπανέλλης γεννά θέατρο εν θεάτρω. Επιπροσθέτως, δε, παραπέμπει στον Βλαντιμίρ και τον Εστραγκόν από το «Περιμένοντας τον Γκοντό», του Μπέκετ. Με άψογη μαεστρία ξύνει παλιές εθνικές πληγές, όνειρα και προδοσίες. Η μουσική του Σταύρου Ξαρχάκου και τα τραγούδια απογειώνουν τη σκηνική αφήγηση με τρόπο μοναδικό. Το δάκρυ διαδέχεται το γέλιο, δημιουργώντας στους θεατές όλα τα δυνατά συναισθήματα.
Στη «νέα εκδοχή» του έργου ο Ρωμιός και το Ρωμιάκι γίνονται Ορέστης και Μαρία, από το τραγούδι «Προσκύνημα», ενώ στην σύγχρονη παράσταση, που έκανε πρεμιέρα στις 5 Δεκεμβρίου 2025 στον «Ελληνικό Κόσμο», πρωταγωνιστούν η Ελεωνόρα Ζουγανέλη και ο Δημήτρης Γκοτσόπουλος, μαζί με έναν πολυμελή θίασο: Γιάννης Ζουγανέλης, Άννα Μονογιού, Δημήτρης Καπετανάκος, Γιώργος Τσουρουνάκης, Τάνια Ρόκκα κ.ά. Τα τραγούδια ερμηνεύουν ο Κώστας Τριανταφυλλίδης και οι ηθοποιοί της παράστασης, ενώ συμμετέχει οχταμελής ορχήστρα.
Είναι τυχεροί οι θεατές που είδαν την παράσταση και πριν από 52 χρόνια. Σίγουρα, θα θυμούνται τον Νίκο Ξυλούρη να ξεπροβάλει από το βάθος της σκηνής και να διασχίζει την «πασαρέλα» που διέτρεχε την πλατεία (πρωτοποριακό για εκείνα τα χρόνια), τραγουδώντας το «Φίλοι κι αδέλφια». Τον Διονύση Παπαγιαννόπουλο να περπατάει σιωπηρός στο ίδιο σανίδι απ’ άκρη σ’ άκρη κι εκεί προς το τέλος της παράστασης, την Τζένη Καρέζη (το ρακένδυτο «Ρωμιάκι» του έργου) να βάζει το αυτί της στο πάτωμα της σκηνής και σαν να αφουγκράζεται τον παλμό της γης, να λέει «Κάτι γίνεται, κάτι γίνεται». Και έγινε. Λίγους μήνες αργότερα η Χούντα έπεσε.
«Κατακαημένο Αϊβαλί και παινεμένο Αϊδίνι
χαροκαμένο Εσκή Σεχήρ αρχοντοπούλα Σμύρνη»
Βλέποντας την παράσταση στον «Ελληνικό Κόσμο», με τα χρώματα του σήμερα, κατάλαβα ότι κάθε γενιά, κάθε εποχή, έχει τις δικές της ανάγκες και προτεραιότητες. Συγκινητικές οι αναφορές στο Πολυτεχνείο αλλά και σε πολύ πρόσφατες εθνικές τραγωδίες, που θα πληγώνουν και θα τραυματίζουν για πολλά χρόνια ακόμη την εθνική Μνήμη. Από την Μικρασιατική καταστροφή έως τα πλέον πρόσφατα, το «Μάτι» και τα «Τέμπη».
Με πιο έντονα τα επιθεωρησιακά στοιχεία, πλέον, για να είναι «ευανάγνωστο» στην εποχή μας («ήμουν δάσκαλος, στις Άγριες μέλισσες» κλπ), το «Μεγάλο μας Τσίρκο» ενθουσιάζει και συγκινεί κάθε βράδυ το κοινό που χειροκροτεί ασταμάτητα. Συνειδητοποίησα, πάντως, ότι από τότε που πρωτοανέβηκε το έργο έως σήμερα, έχουν περάσει περισσότερα χρόνια απ’ όσα είχαν περάσει από την Μικρασιατική Καταστροφή ως την πρώτη πρεμιέρα του έργου. Και αυτές οι τεράστιες χρονικές αποστάσεις ξεχωρίζουν, εν πολλοίς, τα μεγάλα έργα που μπορούν να αντέχουν στο χρόνο και στις εύλογες αλλαγές και ανακατατάξεις που συντελούνται, όντας πάντα φρέσκα και δροσερά, όπως την πρώτη φορά.
Το «Μεγάλο μας Τσίρκο», ωστόσο, δεν είναι απλώς μια διαδρομή στην ελληνική Ιστορία. Είναι και ένας ύμνος για την Ελλάδα, διαχρονικά. Ταυτόχρονα, όμως, είναι και ένα μανιφέστο των παθογενειών αυτού του λαού, που τρέφεται από τη διχόνοια. Και από την περιοχή του Μύθου, όπου ο Κρόνος τρώει τα παιδιά του, έως τα νεότερα χρόνια, το… φαγοπότι των εξουσιών καλά κρατεί, με θύματα πάντα τα παιδιά. Τον Ορέστη από τον Βόλο, την Μαρία από την Σπάρτη, αλλά και τα παιδιά που χάθηκαν τόσο άδικα στα Τέμπη.
«Πάμε κι εμείς στα παιδιά που κοιμήθηκαν
κάτω απ’ τα ματωμένα νύχια του περιστεριού
πάμε να δεις στην αυλή που μεγάλωσαν
δυό παιδιά ερωτευμένα, δυό παιδιά του χαμού.
Ορέστη απ’ το Βόλο, Μαρία απ’ τη Σπάρτη, γυρεύω το γιο μου…».
Μιχάλης Κωνσταντής

