Σήμερα φιλοξενούμε για μία ακόμα φορά τον αγαπητό φίλο της Ιονικής Οικογένειας κ. Στάμο Γαλούνη. Ο εξαιρετικός αυτός λογοτέχνης, ο οποίος στα εμπνευσμένα διηγήματά του με τη μοναδική γραφή του αναδεικνύει τον υπέροχο εσωτερικό του κόσμο, αποτυπώνοντας εικόνες και συναισθήματα με θαυμαστό τρόπο.
Στο διήγημά του “Παραμονή Γενεθλίων Στη Βελανιδιά” καταφέρνει με απλότητα και δύναμη να μεταφέρει τον αναγνώστη σε μια ατμόσφαιρα γεμάτη ένταση και συναισθηματική φόρτιση. Μέσα από την ιστορία ενός νεαρού (πιθανώς του ιδίου) που, αν και ατρόμητος και γεμάτος νιάτα, αντιμετωπίζει τις σκληρές συνθήκες του καιρού και του δρόμου, η γραφή του αποπνέει ρεαλισμό και συναισθηματική ένταση. Η αφελής τόλμη του πρωταγωνιστή, η αγωνία του να φτάσει στον προορισμό του και η τελική αναγέννησή του μέσα από την αγάπη της μητέρας του, μας συγκινεί και μας θυμίζει ποια είναι πάντα η πιο ζεστή και παρηγορητική αγκαλιά…
ΠΑΡΑΜΟΝΗ ΓΕΝΕΘΙΩΝ ΣΤΗ ΒΕΛΑΝΙΔΙΑ
Εκείνο το κρύο απομεσήμερο παραμονής Πρωτοχρονιάς, σε χωροχρόνο δεκαετίας 70, ξεκίνησε το λεωφορείο του ΚΤΕΛ- ένα παλιό Scania που λαχάνιαζε στις ανηφόρες και τεμπέλιαζε στο ίσιωμα- απ’ το Αγρίνιο για τον Μύτικα , με επιβάτες για τα χωριά Αετό, Αρχοντοχώρι, Παναγούλα, Καντήλα και Μύτικα.
Ανάμεσα στους εικοσιπέντε επιβάτες κι ένα λεπτοκαμωμένο παλικαράρι με σγουρά πυκνά μαύρα μαλλιά και πεταχτά αυτιά, που την επόμενη πρωτοχρονιάτικη μέρα είχε γενέθλια, θα έκλεινε τα δεκατέσσερα χρόνια του και θα γιόρταζε την χρονιάρα – σημαντική αυτή μέρα με την οικογένειά του στο ορεινό Αρχοντοχώρι ( Ζάβιτσα.)
Πήγαινε Γυμνάσιο στο Αγρίνιο, έμενε στο σπίτι του καλού του θείου Βασίλη – αδερφού της μάνας του- και παρ’ ότι τα σχολεία είχαν κλείσει απ’ τα Χριστούγεννα, εκείνος παρέμεινε, επειδή είχε αρρωστήσει ο θείος του, νοσηλευόταν στο Νοσοκομείο κι έπρεπε κάποιος- αλλά κι απο σεβασμό κι ανταπόδοση στις φροντίδες του – να’ναι κοντά του, να του πηγαίνει φαγητό, αλλαξιές πυτζάμες, εσώρουχα κι ότι άλλο χρειαζόταν.
Κι η θεία Λούλα, κράταγε το μαγαζί τους, ένα οπωροπαντοπωλείο στην Αγίου Δημητρίου, Χριστούγεννα και Κυριακή όμως δεν έφυγε καθόλου από κοντά του και κάθε βράδι αφού το έκλεινε, έπαιρνε το μακρύ δρόμο για το Νοσοκομείο.
Προχώρησε λοιπόν το λεωφορείο, άφησε την άσφαλτο στου Κουβαρά κι ανέβηκε σε χωματόδρομο τις επικίνδυνες ανηφόρες στο Μαχαλά – εκεί που είχε γκρεμιστεί πριν μερικά χρόνια ένα άλλο λεωφορείο, είχανε σκοτωθεί επτά επιβάτες κι ο κόσμος σε κάθε στροφή, έκανε από φόβο τον σταυρό του – και περνώντας την Μπαμπίνη ο καιρός άρχισε απότομα να μπατάρει και να πέφτει χιονόνερο.
Φτάνοντας μετά, στην πρώτη στροφή για Αετό, σε λασπωμένο παλιόδρομο, ήρθε η ζημιά, γλίστρησε τ’ αμάξι και με τις πίσω ρόδες έπεσε σ’ ένα χαντάκι.
Προσπάθησε ο οδηγός- βλαστημώντας την τύχη του, που τούλαχε στην αλλαγή του χρόνου δρομολόγιο σε εκείνα τα ορεινά άγρια μέρη- , αλλά κι’ ο εισπράκτορας κι οι άνδρες επιβάτες, να το βγάλουν, βάζοντας κλαδιά και πέτρες κάτω απ’ τίς ρόδες….., αλλά μάταιος κόπος,
Τελικά μια και δεν γίνονταν αλλιώς, θα ειδοποιούσε ο οδηγός-, τηλεφωνώντας απ’ το κοινοτικό γραφείο – να στείλουν ένα γερανό απ’ τ’ Αγρίνιο για να τους βγάλει και οι επιβάτες να μείνουν στο λεωφορείο που θα είχε θέρμανση για να περάσουν την βραδιά τους και την επόμενη μέρα βλέποντας και κάνοντας.
Ένα μεσήλικο ζευγάρι κατέβηκε, μια κι είχε φτάσει στον προορισμό του, όπως και πέντε Καντηλιώτες που θα τους φιλοξενούσαν συγγενείς τους στον Αετό.
Ανυπόμονο το παλικαράρι, παράτολμα αποφάσισε να συνεχίσει και να πάει με τα πόδια στο χωριό του.
Οκτώ χιλιόμετρα δρόμος σκέφτηκε, δυό- δυόμισι ώρες δρόμος το πολύ και με το θάμπωμα θάναι σπίτι του. Εξ άλλου κι άλλες φορές στο παρελθόν είχε κάνει ποδαρόδρομο αυτή την διαδρομή, βέβαια με καλές, ευοίωνες συνθήκες, αλλά γνώριζε όμως από δυσκολίες, ζόρια και κακουχίες κι ένιωθε αρκετά δυνατός, ατσαλωμένος και γενναίος για να το τολμήσει.
Κι έτσι πήρε την μικρή ταλαιπωρημένη ριγέ βαλίτσα του την δεμένη με χοντρό σκοινί και μες στη παγωνιά και τις αραιές νιφάδες χιονιού, ξεκίνησε για το χωριό του.
Οι άλλοι επιβάτες του φώναζαν και τον παρότρυναν να μην φύγει, πώς είναι επικίνδυνο αυτό το ταξίδι, αλλά εκείνος , αγκαλιά με σύνδρομα αθανασίας, αφοβιάς και νιότης δεν τους άκουσε, δεν τον αποθάρρυνε το λίγο χιόνι κι αφού τους ευχήθηκε καλή χρονιά , απομακρύνθηκε ανεβαίνοντας για το κακοτράχαλο βουνό.
Στα πρώτα δύο περίπου χιλιόμετρα ανηφοριάς κι όλο ψηλότερα σε υψόμετρο, με το χιόνι να πέφτει πυκνότερο και με ακατάλληλα ρούχα ντυμένος, ντρίλινο σκούρο μπλε παντελόνι, μπλούζα μάλλινη, σακάκι γκρί ελαφρύ και φτηνά σκαρπίνια, άρχισε να κρυώνει, με χέρια και πόδια να πονάνε, αλλά δεν ήθελε να δειλιάσει γυρνώντας πίσω και με άγνοια κινδύνου , …. ….συνέχισε.
Κοντά στα μισά του δρόμου, η κατάσταση συνεχώς χειροτέρευε, με το χιόνι να’χει σκεπάσει τα πάντα, το παιδί αντιμετώπιζε πλέον υπαρξιακή απειλή και με τ’ άγουρα ψυχοπνευματικά διανοητικά κι εμπειρικά εργαλεία, προσπαθούσε -αφού χρέωνε στον εαυτό του αποκοτιά κι ανοησία-να σκεφτεί τρόπο επιβίωσης .
Κι έτσι πριν φτάσει σ’ ένα πλάτωμα όπου γνώριζε πως υπήρχε στην άκρη του δρόμου μια τεράστια βελανιδιά με ένα μεγάλο κούφωμα στη βάση του κορμού ( το οποίο είχε γίνει μετά από χτύπημα κεραυνού καίγοντας το εσωτερικό και με το γέρικο δέντρο όμως να αντέχει), για καλή του τύχη ένα εικονοστάσι που ήταν στην άκρη του γκρεμού, είχε μέσα λάδι, λουμίνια για το καντήλι και ένα κουτί σπίρτα.
Το εικονοστάσι ήταν αφιερωμένο στην Παναγία, γιατί με τη βοήθεια της σώθηκε ο Μέτζος απ’ του χάρου τα δόντια, όταν με το φορτηγό του ( ένα δεξιοτίμονο Chevrolet, απ’ αυτά τα χιλιάδες αμάξια που πολέμησαν στην Αφρική, ξέμειναν στους Αγγλοαμερικανους και μας τα έδωσαν σαν πολεμικές επανορθώσεις) έπεσε στον γκρεμό κι αν και βαρειά τραυματισμένος εκείνος επέζησε.
Αφού άναψε το καντήλι κι έκανε τον σταυρό του, πήρε τα σπίρτα και ξυλιασμένος – αν και φόρεσε και δεύτερο πουλόβερ πούχε στη βαλίτσα και μια παχιά φανέλα την έκανε σκούφο στο κεφάλι – τράβηξε ,μες το χιόνι, για την βελανιδιά.
Έφτασε επιτέλους κι αγγίζοντας τα όρια των αντοχών του, μάζεψε με δυσκολίες ξερά κλαδιά αγραπιδιάς, ασφάκας και με λίγα άχυρα πούχε μέσα στο κούφωμα, κατάφερε κι άναψε φωτιά ……και κούρνιασε εκείνος μέσα – ίσα που τον χωρούσε με τα πόδια απ έξω- και την ζωογόνο φωτιά μπροστά του να την προστατεύουν κάτι τεράστια κλαδιά από πάνω.
Άνοιξε τη βαλιτσούλα, πήρε και φόρεσε στεγνές κάλτσες κι έβαλε δίπλα στη φωτιά να πυρώνονται για να στεγνώσουν κάλτσες , παπούτσια και σακάκι.
Τώρα κουλουριασμένος μέσα στο ξύλινο κούφωμα αναλογίζονταν τη ζωτική απερισκεψία του, ,και σκεπτόταν το πώς θα συντηρούσε τη φωτιά αφού δεν είχε χοντρά ξύλα και μες το σκοτάδι δεν θα μπορούσε να βρει ούτε μικρά ξερά και τον είχαν ζώσει τα φίδια, έκανε μαύρες σκέψεις, χάθηκε η πανοπλία της ηλικιακής του αθανασίας κι ο φόβος, πώς πρόωρα – και την μέρα των γενεθλίων του μάλιστα,- θα σταματούσε το θαύμα της ζωής του, άρχισε να τον κυριεύει.
Και μες την απελπισία του, στο θάμπωμα της μέρας, σε κατάλευκο τοπίο, με τις πυκνές νιφάδες του χιονιού να χορεύουν, είδε σαν οπτασία, μια γυναικεία λεπτή φιγούρα με σκούρα ρούχα, λές και πέταγε πάνω απ’ το χιόνι, να φωνάζει τ’ όνομα του.
Ήταν η μάνα του.
Είχαν ειδοποιήσει στο σταθμό χωροφυλακής του χωριού του και στο κοινοτικό γραφείο, πώς το λεωφορείο, δεν θάρχονταν, έμεινε στον Αετό κι ένα αγόρι το Γαλουνάκι, κίνησε για νάρθει με τα πόδια.
Ο Χρόνης ο χωροφύλακας, πήγε στο σπίτι είπε στην μάνα τ άσχημα μαντάτα κι έφυγε για νάβρει τον Γιώτα πουχε ένα ψηλό κόκκινο τρακτέρ, το οποίο μπορούσε να κινηθεί στο χιόνι, για να ψάξουν στο δρόμο για τον Αετό και να σώσουν το παιδί.
Ο πατέρας δεν γνώριζε τίποτα, ήταν αποκλεισμένος μακριά στα χωράφια, στο Γαρζένι, έμενε σε μια πέτρινη καλύβα με τσίγκους για σκεπή, είχε κάποιες στοιχειώδεις προμήθειες και θα έμενε εκεί, φροντίζοντας και το κοπάδι του με τα ζωντανά, μέχρις να λιώσουν τα χιόνια.
Η μάνα όμως δεν περίμενε, πότε κι αν μπορεί ο Γιώτας να βοηθήσει κι έτσι με ανείπωτη αγωνία, πήρε αμέσως τον δρόμο του χιονιού, ψάχνοντας το γιό της.
Μετά από τέσσερα βασανιστικά χιλιόμετρα στο χιόνι βρήκε τον γιό της, πήγε με λαχτάρα κοντά του, ανάσανε από ευτυχία, αγκάλιασε το σπλάχνο τ’ αρωμάτισε με τα δάκρυα της κι’ η ψυχή κι η ραγισμένη της καρδιά, ήρθαν στα σωστά τους.
Του έφερε μάλλινες κάλτσες, αμπέχωνο, γαλότσες, σταφίδες, πίτα με χοιρινό κι αγριόχορτα και σ’ ένα τενεκεδένιο βάζο από γλυκό του κουταλιού σταφύλι, έβαλε τσάι του βουνού με μέλι. που είχε όμως κρυώσει στο δρόμο κι έτσι τόβαλαν στη φωτιά να ζεσταθεί.
Χωρίς να χασομεράνε, με τη νυχτιά να πέφτει, να μην ξεχωρίζει εύκολα ο χιονισμένος δρόμος απ’ το γκρεμό και μ’ ένα πλακέ φακό να βλέπουν, έκαναν το σταυρό τους και ξεκίνησαν το δύσκολο ταξίδι μες το παχύ χιόνι.
Ευτυχώς που μετά από κάνα μισό χιλιόμετρο βαδίζοντας με δυσκολία, έφτασε κι ο σωτήρας, ο Γιώτας με το τρακτέρ του.
Ανέβηκαν στην καρότσα, τον ευχαρίστησαν από καρδιάς και σιγά σιγά έφτασαν επιτέλους στο σπίτι.
Την επόμενη χιονισμένη πρωτοχρονιάτικη μέρα, ο δεκατετράχρονος πλέον έφηβος ξύπνησε ζωντανός, αισιόδοξος κι ευτυχής πάνω σ’ αυτό το όμορφο γαλάζιο μπιζέλι που περιστρέφεται- χορεύει στο σύμπαν και λέγεται Γή
Και σήμερα με το πανηγύρι της ζωής να συνεχίζεται- και με λάβωματιές ακόμα – απολαμβάνει την ύπαρξη του κάτω απ’ τη σκιά τού χρόνου που φυλλοροεί, οι ράγες να διακρίνονται στο βάθος του ορίζοντα κι οι σπίθες του ήλιου νά καθρεφτίζονται στα μάτια του ταξιδευτή.

