Στις 12 Δεκεμβρίου 1987 σίγησε για πάντα η φωνή του Νίκου Σταυρίδη, ενός ηθοποιού που χάρισε απλόχερα το γέλιο, ενώ ο ίδιος κουβαλούσε μια πορεία σημαδεμένη από στερήσεις, κακουχίες και ανείπωτες απώλειες. Στη συνείδηση του κόσμου έμεινε ως σύμβολο της κωμωδίας, επιβεβαιώνοντας όμως με τη ζωή του ότι πίσω από το γέλιο συχνά κρύβεται βαθύς πόνος.
Γεννημένος το 1910 στο Βαθύ της Σάμου, γνώρισε από νωρίς τη σκληρότητα της επιβίωσης. Το 1928 βρέθηκε στην Αθήνα, παλεύοντας με κάθε λογής δουλειά, μέχρι να πατήσει το σανίδι το 1929. Τα πρώτα του βήματα ήταν γεμάτα απογοήτευση· μάλιστα, μετά από αποτυχία στο θέατρο «Έντεν», έφτασε στο χείλος της αυτοκαταστροφής στην Ακρόπολη, σχέδιο που ναυάγησε – ευτυχώς – μέσα στη μέθη ενός μπουκαλιού ούζο. Δεν λύγισε όμως, ευτυχώς. Με πείσμα και επιμονή, διέγραψε μια εντυπωσιακή πορεία, συμμετέχοντας σε περισσότερες από 120 ταινίες και χαρίζοντας αξέχαστες ερμηνείες στα «Κίτρινα Γάντια» και τον «Εξυπνάκια». Μεγάλοι ηθοποιοί, όπως ο Δημήτρης Ηλιόπουλος και ο Κώστας Μουστάκας, τον αναγνώριζαν ως δάσκαλό τους.
Η μοίρα στάθηκε ανελέητη απέναντί του. Τέσσερις φορές ανέβηκε στη σκηνή για να προκαλέσει γέλιο, ενώ μέσα του θρηνούσε τον πατέρα, τον αδελφό και τη μητέρα του, υπηρετώντας σκληρά το δόγμα πως «η παράσταση συνεχίζεται». Το πιο οδυνηρό πλήγμα ήταν ο πρόωρος χαμός της συζύγου του, Ντόρας Καριώτου, μόλις στα 27 της χρόνια, νικημένης από τον καρκίνο. Συγκλονίζει η αφήγησή του για την πρώτη του εμφάνιση μετά την απώλειά της: όταν βγήκε στη σκηνή και «είδε» το πρόσωπό της μπροστά του, με το κοινό να δακρύζει αντί να γελά, ώσπου φώναξε «φτάνει, φτάνει», για να τον απαλλάξει από το μαρτύριο.
Ο Νίκος Σταυρίδης υπήρξε άνθρωπος ακέραιος χαρακτήρας και αξιοπρεπής μέχρι τέλους. Όταν ήρθε η στιγμή της σύνταξης, αρνήθηκε το εξευτελιστικό ποσό των 7.000 δραχμών. «Δε θέλω σύνταξη παρηγοριάς. Προτιμώ να πεθάνω, παρά να ζήσω χωρίς αξιοπρέπεια», είχε πει, με λόγια που τον χαρακτηρίζουν απόλυτα.
Έφυγε από τη ζωή στη γενέτειρά του, την αγαπημένη του Σάμο, σε ηλικία 77 ετών, έχοντας ήδη κατακτήσει το σπουδαιότερο έπαθλο: την αδιαπραγμάτευτη αγάπη του κόσμου και τον βαθύ σεβασμό των συναδέλφων του.
Η κηδεία του τελέστηκε δύο ημέρες αργότερα στην Αθήνα…


