Ένα… ξαφνικό συναπάντημα με την ανθρώπινη μοίρα – Ένα διήγημα του κ. Στάμου Γαλούνη  

Υπάρχουν στιγμές στην καθημερινότητα που, χωρίς καν να το προβλέψουμε, μας φέρνουν πρόσωπο με πρόσωπο με την ανθρώπινη ευαλωτότητα. Μικρά, τυχαία περιστατικά που μπορούν ξαφνικά να φωτίσουν όψεις της ζωής που προσπερνάμε: τα γηρατειά, τη μοναξιά, την αξιοπρέπεια που αγωνίζεται να σταθεί όρθια.

Στο ακόλουθο διήγημα, πέρα από το απλό γεγονός μιας πράξης καλοσύνης, αναδύεται και η φιλοσοφική διάθεση του αφηγητή, που αφήνεται σε στοχασμούς γύρω από το χρόνο, τη φθορά του σώματος, το νόημα της μακροζωίας και τα όρια της ανθρώπινης αντοχής. Και ο αφηγητής βέβαια, δεν είναι τυχαίος…

Σήμερα φιλοξενούμε για μία ακόμα φορά τον αγαπητό φίλο της Ιονικής Οικογένειας κ. Στάμο Γαλούνη. Ο εξαιρετικός αυτός λογοτέχνης, ο οποίος στα εμπνευσμένα διηγήματά του με τη μοναδική γραφή του αναδεικνύει τον υπέροχο εσωτερικό του κόσμο, αποτυπώνοντας εικόνες και συναισθήματα με θαυμαστό τρόπο. Το σημερινό του διήγημα αναφέρεται σε ένα κυριακάτικο πρωινό σαν το σημερινό και γίνεται αφορμή για έναν εσωτερικό διάλογο, σιωπηλό και βαθύ, για το τι σημαίνει τελικά να μεγαλώνεις.


Το σημερινό πρωινό τούτης της Κυριακής, παρ’ότι παγωμένο, βγήκε ο άνδρας με ζεστή φόρμα κι αθλητικά παπούτσια , για άσκηση με προορισμό τις παρυφές του Υμηττού.

Και στον πηγεμό με ταχύ βηματισμό , σ ένα δρόμο της γειτονιάς του, με ψυχή να μην κυκλοφορεί, είδε να στέκεται μπροστά από μια μεταλλική πράσινη αυλόπορτα, μια μεσήλικη αδύνατη κυρία, φορώντας ένα γκρενά παλτό, φανερά ανήσυχη , να του ρίχνει κάποιες διερευνητικές ματιές κι όταν κοντόφθασε ευγενικά, παρακλητικά και με συστολή να του λέει.

<< Σάς παρακαλώ κύριε, έπεσε η μαμά μου απ’ το κρεβάτι και δεν μπορώ να την σηκώσω να την βάλω στην πολυθρόνα, μήπως μπορείτε να με βοηθήσετε; >>

Μετά τον αιφνιδιασμό είπε αμέσως .

<<Βεβαίως κυρία μου >>

και χωρίς να διερωτηθεί …γιατί δεν κάλεσε κάποιον συγγενή ή γείτονα της, αφού η τριώροφη πολυκατοικία στο κέντρο του μεγάλου κήπου, πρέπει να’χε έξη διαμερίσματα κι ούτε πού σκέφτηκε το γνωστό, …που πάς να μπλέξεις με αγνώστους ανθρώπους κυριακάτικα…….και τούτο γιατί ο αξιακός του κώδικας του επέβαλε την συνδρομή και την βοήθεια στο συνάνθρωπο.

Ακολούθησε την κυρία στο ασανσέρ για τον δεύτερο όροφο, άνοιξε εκείνη την βαρειά πόρτα ασφαλείας, μπήκαν στο ευρύχωρο πλούσιο σαλόνι, βαδίζοντας στην άκρη να μην λερώσει το παχύ χαλί, και στην τρίτη πόρτα του διαδρόμου αριστερά, αντίκρυσε πεσμένη στο δάπεδο του μεγάλου δωματίου, μια γηραιά κυρία η οποία φορούσε την γαλάζια ρόμπα της κι η αξέχαστη συγκλονιστική ματιά της φανέρωνε πίκρα ,ικεσία κι’ ανημπόρια.

Σήκωσε απαλά την γηραιά κυρία την έβαλε στην ειδική πολυθρόνα με τα ροδάκια , ακούμπησε το χέρι του χαϊδεύοντας την πλάτη της και της είπε τρυφερά.

< Τώρα είστε μια χαρά κυρία.. καλή Κυριακή να έχετε και καλή βδομάδα. Θα θέλατε κάτι άλλο; >

<< Χίλια ευχαριστώ παιδί μου, Την ευχή μου να χεις>> αποκρίθηκε Εκείνη και στα μάτια της φώναζε η ευγνωμοσύνη κι η ευχαρίστηση.

Κατέβηκε προβληματισμένος στο δρόμο ελαφρύτερος μεν απ το καλό που έκανε σαν προσκοπάκι αλλά με βαθύτερες, βαρύτερες μελαγχολικές σκέψεις.

Να’ναι κατάκτηση τα γηρατειά, αφού πολλοί χάνονται στο δρόμο και δεν τα προλαβαίνουν ή να μοιάζουν σαν σφαγείο;

Με τον θάνατο να’ναι αναπόδραστος αναπόφευκτος, αναπότρεπτος και νομοτελειακός, ν’ αξίζει άραγε να φτάσεις στα βαθειά γηρατειά και να’σαι στο έλεος των άλλων; η είναι προτιμότερο όταν έχεις τα συγκαλά σου και φτάσεις στο τελευταίο σκαλοπάτι πριν την σωματική συντριβή ,να βγείς ένα βράδυ στο πέλαγος και να πνιγείς ;

Μήπως όμως είναι ύβρεις ετούτες οι σκέψεις για όσους ” τυχερούς ”- έστω και στο κρεβάτι της ανημπόριας- γεύονται ακόμη την γλυκειά ζωή στα πέρατα της;

Νάχουμε ζωή κι’ υγεία κι όταν φτάσουμε έως τα εκεί… μπορεί αλλιώς να λογαριάζουμε και να ερμηνεύσουμε τον αντιληπτό θαυμάσιο τούτο κόσμο μας.