Τερέσα Γουΐλμς Μοντ – Η «γυναίκα-φωτιά» που «δεν χωρούσε πουθενά» στην εποχή της

Η Τερέσα Γουΐλμς Μοντ (Χιλιανή συγγραφέας, ποιήτρια, φεμινίστρια) δεν ήταν από εκείνες τις γυναίκες που χωράνε σε πλαίσια. Από παιδί ακόμη, οι κανόνες που της υπαγόρευαν πώς να ντύνεται, ποιον να αγαπήσει, τι είδους γυναίκα να γίνει, της φαίνονταν αφόρητα στενοί.
Όχι γιατί ήθελε να επαναστατήσει για εντύπωση. Αλλά γιατί δεν μπορούσε να υποκριθεί. Δεν ήταν φτιαγμένη για να υπακούει.

Γεννήθηκε το 1893 στη Χιλή, μέσα σε μια αυστηρή, αριστοκρατική οικογένεια γεμάτη προσδοκίες. Στα 17 της την ανάγκασαν να παντρευτεί – χωρίς καν να τη ρωτήσουν.
Κι όταν ερωτεύτηκε έναν άλλον άντρα, τη «τιμώρησαν»: την έκλεισαν σε μοναστήρι, μακριά από τις κόρες της. Ήθελαν να τη φιμώσουν, να την εξαφανίσουν πίσω από μια κλειστή πόρτα.

Μα εκείνη το έσκασε.

Με τη βοήθεια του ποιητή Βισέντε Ουιντόμπρο, ξαναβρήκε τον εαυτό της μέσα από τη γραφή. Έγραφε για να επιβιώσει. Για να αναπνεύσει. Για να πει όσα δεν την άφησαν ποτέ να πει.

Τα κείμενά της ήταν ωμά, ειλικρινή, διαυγή. Έγραφε ποίηση, πρόζα, ημερολόγια – πάντα με το ίδιο πάθος. Και όσο περιπλανιόταν από το Μπουένος Άιρες στη Μαδρίτη, από τη Νέα Υόρκη στο Παρίσι, αναζητούσε εκείνο το ένα μέρος όπου θα μπορούσε να νιώσει πραγματικά ελεύθερη.

Δεν το βρήκε ποτέ.

Ήταν υπερβολικά έξυπνη, υπερβολικά έντονη, υπερβολικά ανεξάρτητη για την εποχή της. Και υπερβολικά μόνη. Μιλούσε τρεις γλώσσες, εξέδωσε πέντε βιβλία, συναναστρεφόταν καλλιτέχνες και διανοούμενους, όμως η κοινωνία την κοιτούσε με καχυποψία. Μια γυναίκα σαν εκείνη δεν μπορούσε να «χειραγωγηθεί». Γι’ αυτό την έκριναν, την απομόνωσαν, την απέκλεισαν.

Η Τερέσα δεν ζητούσε αποδοχή. Δεν ζητούσε άδεια για να υπάρξει. Και γι’ αυτό έμεινε αλησμόνητη. Δεν υπήρξε μάρτυρας, ούτε ζητούσε οίκτο. Ήταν μια φωτιά που έκαιγε μέχρι τέλους.

Πέθανε στο Παρίσι, τη νύχτα της παραμονής των Χριστουγέννων του 1921. Ήταν μόλις 28 ετών. Υπερβολική δόση – η τρίτη της απόπειρα. Λίγο πριν είχε προλάβει να ξαναδεί τις κόρες της. Όχι να τις έχει. Όχι εντελώς.

Κι όμως, η φωνή της δεν έσβησε ποτέ. Συνεχίζει να πάλλεται μέσα στο χρόνο — όχι από νοσταλγία, αλλά γιατί μέσα της τόσες γυναίκες εξακολουθούν να αναγνωρίζουν τον εαυτό τους.

Στην επιμονή της.

Στη γλυκιά της αγριότητα.

Σ’ εκείνον τον επώδυνο, πανέμορφο τρόπο της να λέει:

«Δεν είμαι φτιαγμένη για να μένω μέσα στα σύνορά σας.»

Και κάπως έτσι αρχίζει, κάθε φορά, η πραγματική ελευθερία.