Η Καθολική Εκκλησία, οι Σκιές της Ιστορίας και το Φως του Πάπα Φραγκίσκου

Ο εκλιπών Πάπας φραγκίσκος αφήνει πίσω του μία κληρονομία που είναι αμφίβολο αν θα συνεχιστεί…

 

Η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία αποτελεί έναν από τους πιο ισχυρούς θεσμούς στο σύγχρονο κόσμο, όχι μόνο ως θρησκευτικός οργανισμός, αλλά και ως πολιτικός, οικονομικός και ιδεολογικός παράγοντας. Με δομές που φτάνουν ως τις πιο απόμακρες γωνιές του πλανήτη και ένα μηχανισμό που περιλαμβάνει ακόμη και τράπεζα, το Βατικανό λειτουργεί σαν ένα καλοκουρδισμένο σύστημα επιρροής, πολλές φορές εις βάρος της αυθεντικής χριστιανικής ηθικής.

 

Ιστορικά, η ηγεσία της Εκκλησίας εξυπηρέτησε συχνά στενά θεσμικά και γεωπολιτικά συμφέροντα. Οι περισσότεροι Πάπες κινήθηκαν εντός αυστηρών πλαισίων που όριζαν οι «ντιρεκτίβες» του Βατικανού, παραμένοντας σιωπηλοί ή αδρανείς σε κρίσιμα διεθνή ζητήματα. Οι σχέσεις με ισχυρούς πολιτικούς ηγέτες, αυτοκρατορίες, κυβερνήσεις, αλλά και δικτατορίες, αποτέλεσαν πολλές φορές τη βάση της διατήρησης της εξουσίας της Εκκλησίας.

Αρκεί να θυμηθεί κανείς το ρόλο του Βατικανού στο Μεσαίωνα, όταν η Εκκλησία είχε μεγαλύτερη δύναμη ακόμα και από τους βασιλείς. Ο Πάπας Ιννοκέντιος Γ΄, για παράδειγμα, υποστήριξε και διεύθυνε πολιτικές επεμβάσεις και στρατιωτικές επιχειρήσεις, επιβάλλοντας τη βούληση της Εκκλησίας σε ολόκληρη τη χριστιανική Ευρώπη. Η εξουσία της Καθολικής Εκκλησίας, άλλωστε, είναι εμφανές ότι δεν περιορίζεται μόνο στο πνευματικό πεδίο: φτάνει στην καθοδήγηση πολιτικών, τη διαχείριση περιουσιών και τη διαμόρφωση της κοινωνικής ζωής.

 

Ο Πάπας Φραγκίσκος: Ρήξη με το αμαρτωλό παρελθόν

Ωστόσο, υπήρξε μία σημαντική εξαίρεση στη σύγχρονη εποχή: ο Πάπας Φραγκίσκος. Η στάση του διαφοροποιήθηκε εμφανώς από την κατεστημένη νοοτροπία του δυτικού, πολιτικού κόσμου εξουσίας. Δεν δίστασε να ονομάσει «γενοκτονία» τα εγκλήματα κατά των Παλαιστινίων, να καταδικάσει δημόσια τις ενέργειες του Πρωθυπουργού του Ισραήλ, Μπενιαμίν Νετανιάχου και να αποδεχτεί την απόφαση του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου που τον χαρακτήρισε εγκληματία πολέμου και εξέδωσε ένταλμα σύλληψής του. Ήταν από τους πρώτους ηγέτες διεθνούς κύρους που ύψωσε φωνή υπέρ των καταπιεσμένων, κόντρα στο ρεύμα και τη σιωπή πολλών.

Η στάση του στο Παλαιστινιακό απέκτησε βαρύτητα γιατί εκδηλώθηκε σε μια περίοδο όπου οι περισσότερες δυτικές φωνές επέλεγαν τον ουδέτερο ρόλο ή τη στήριξη του Ισραήλ. Η απήχησή του σε παγκόσμιο επίπεδο, ιδίως στον αναπτυσσόμενο κόσμο, ενίσχυσε τη διεθνή πίεση για την προστασία των δικαιωμάτων των Παλαιστινίων και συνέβαλε στην αλλαγή του δημόσιου λόγου σε πολλές χώρες.

Επιπλέον, στο θέμα του ρωσοουκρανικού πολέμου κράτησε αποστάσεις από την κυρίαρχη δυτική αφήγηση. Με σύνεση, αλλά και διορατικότητα, αναγνώρισε τις γεωπολιτικές προεκτάσεις του πολέμου, τονίζοντας την ανάγκη άμεσου τερματισμού του, όχι μόνο για ανθρωπιστικούς λόγους, αλλά και επειδή, όπως σημείωνε, πρόκειται για έναν πόλεμο Ανατολής – Δύσης που η Δύση αδυνατεί να κερδίσει. Η στάση του επικρίθηκε, αλλά ανέδειξε τη σημασία του θρησκευτικού ηγέτη ως φωνή λογικής και ειρήνης. Έδειξε πως το ηθικό κύρος μπορεί να λειτουργήσει ως αντίβαρο σε γεωπολιτικές στρατηγικές.

Η παρουσία του Πάπα Φραγκίσκου στο τιμόνι της Καθολικής Εκκλησίας ανέδειξε μία άλλη προσέγγιση: αυτή όπου η θρησκευτική πίστη λειτουργεί ως καταφύγιο για τον άνθρωπο και όχι ως εργαλείο εξουσίας. Αν και μεμονωμένη, αυτή η στάση ανοίγει μια χαραμάδα ελπίδας για το πώς μπορούν να λειτουργούν οι θρησκευτικοί ηγέτες σε έναν κόσμο που διψά για δικαιοσύνη και αλήθεια.

 

Σκάνδαλα και συγκάλυψη: Μια πληγή χωρίς κάθαρση

Από την Ιερά Εξέταση έως τη σιωπή στο Ναζισμό και την παιδεραστία

Η ιστορική διαδρομή της Καθολικής Εκκλησίας, ωστόσο, δεν είναι άμοιρη σκοτεινών σελίδων. Από τις Σταυροφορίες και τη Σφαγή του Αγίου Βαρθολομαίου μέχρι τη σιωπή της απέναντι στα εγκλήματα των Ναζί κατά τον Β’Παγκόσμιο Πόλεμο, η Καθολική Εκκλησία έχει συνδέσει το όνομά της με οδυνηρά κεφάλαια της ανθρώπινης ιστορίας.

Η Ιερά Εξέταση, για παράδειγμα, υπήρξε ένας από τους πιο φοβερούς μηχανισμούς καταπίεσης. Η Ισπανική Ιερά Εξέταση, ειδικά, έγινε συνώνυμο του θρησκευτικού τρόμου. Εκατοντάδες άνθρωποι καίγονταν στην πυρά, συχνά μετά από βασανιστήρια που απέσπασαν ομολογίες χωρίς καμία βάση, πέραν του τρόμου και της οδύνης. Οι στόχοι δεν ήταν μόνο αιρετικοί, αλλά και πολιτικοί αντίπαλοι, επιστήμονες και ελεύθεροι στοχαστές.

Οι Σταυροφορίες, αν και παρουσιάζονταν ως ιεροί πόλεμοι, λειτουργούσαν ουσιαστικά ως μέσο επέκτασης εξουσίας και πλούτου και αποτέλεσαν ένα από τα μεγαλύτερα εγκλήματα διαρκείας στην ιστορία της ανθρωπότητας με εκατομμύρια θύματα. Εκτός από τη λεηλασία της Κωνσταντινούπολης, οι σταυροφόροι προκάλεσαν αιματοχυσίες σε πόλεις της Μέσης Ανατολής, καταστρέφοντας πολιτισμούς και αφήνοντας πίσω τους μια μακροχρόνια εχθρότητα μεταξύ Δύσης και Ανατολής.

Η σιωπή της Εκκλησίας απέναντι στη ναζιστική Γερμανία δεν μπορεί να εξηγηθεί απλώς ως φόβος. Αρκετοί ιστορικοί τεκμηριώνουν σχέσεις συνεργασίας μεταξύ στελεχών του Βατικανού και του ναζιστικού καθεστώτος. Η συμφωνία του Λατερανού το 1929, που αναγνώρισε την ανεξαρτησία του Βατικανού, προσέφερε στο Βατικανό προνόμια που συχνά τέθηκαν υπεράνω της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.

Στα σκάνδαλα παιδεραστίας που συγκλόνισαν τις τελευταίες δεκαετίες την Καθολική Εκκλησία και όλο τον κόσμο, η ηγεσία της φάνηκε πιο πρόθυμη να προστατεύσει το κύρος της παρά να τιμωρήσει τους ενόχους. Σε χώρες όπως η Ιρλανδία, η Αυστραλία, οι ΗΠΑ, η αποκάλυψη συστηματικής κακοποίησης ανηλίκων και η συγκάλυψη αυτών των εγκλημάτων από επισκοπές προκάλεσε μαζική έξοδο πιστών και σοβαρή ηθική κρίση.

 

Η συμβολή του Φραγκίσκου στην κοινωνική δικαιοσύνη

Μία συγκριτική ματιά στις θητείες των Παπών αναδεικνύει πόσο βαθιά ριζωμένος είναι ο μηχανισμός εξουσίας στο Βατικανό. Ο Πάπας Ιωάννης Παύλος Β’ διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην ανατροπή του Ψυχρού Πολέμου, αλλά παρέμεινε σιωπηλός σε άλλα κοινωνικά ζητήματα, όπως η φτώχεια και η ανισότητα. Ο Πάπας Βενέδικτος ΙΣΤ’, με την πιο συντηρητική του θεολογική προσέγγιση, δεν κατάφερε να αντιμετωπίσει τις σκιές διαφθοράς και ηθικής παρακμής μέσα στο Βατικανό.

Αντίθετα, ο Πάπας Φραγκίσκος επιχείρησε μια επαναπροσέγγιση του θρησκευτικού ρόλου με βάση την κοινωνική δικαιοσύνη και τον ανθρωπισμό. Μέσα από την εγκύκλιο Laudato si’ προώθησε ένα πρωτοποριακό όραμα για την οικολογική μεταστροφή. Σε εποχές κλιματικής κρίσης, η φωνή του είχε ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς δεν προερχόταν από ακτιβιστές ή πολιτικούς, αλλά από τον ανώτατο θρησκευτικό ηγέτη εκατομμυρίων.

Η στροφή του υπέρ των περιθωριοποιημένων ήταν σταθερή και διαρκής. Δεν περιορίστηκε σε ρητορικές χειρονομίες: επισκέφθηκε καταυλισμούς προσφύγων, αγκάλιασε ανθρώπους με αναπηρία, κάλεσε τους ηγέτες να μην χτίζουν «τοίχους» αλλά «γέφυρες». Ασκώντας ανοικτή κριτική στον οικονομικό νεοφιλελευθερισμό, υπογράμμισε την ανάγκη η οικονομία να υπηρετεί τον άνθρωπο και όχι ο άνθρωπος να προσαρμόζεται στις απαιτήσεις της οικονομίας.

Ο Πάπας Φραγκίσκος υπήρξε ο πρώτος Πάπας που ζήτησε δημόσια συγγνώμη για τον ρόλο της Εκκλησίας στην καταπίεση των ιθαγενών πληθυσμών στον Καναδά, για την ανάμειξη καθολικών μοναστηριών στηναφαίρεση παιδιών από τις οικογένειές τους και την καταναγκαστική τους ένταξη σε θρησκευτικά ιδρύματα. Επισκέφτηκε τόπους μαρτυρίου και δάκρυσε μπροστά στη μνήμη των θυμάτων.

Ο Πάπας Φραγκίσκος άνοιξε διαύλους επικοινωνίας με άλλες θρησκείες, προωθώντας τον διαθρησκειακό διάλογο με στόχο την ειρήνη. Επισκέφθηκε μουσουλμανικές χώρες και εξέφρασε ξεκάθαρα μηνύματα κατά της ισλαμοφοβίας και του θρησκευτικού φανατισμού. Προώθησε την ειρηνική συνύπαρξη λαών και πίστεων.

Ενίσχυσε τη φωνή των γυναικών μέσα στην Εκκλησία, αν και όχι χωρίς αντιδράσεις, και έφερε στο προσκήνιο ζητήματα όπως η ομοφοβία, το δικαίωμα των ΛΟΑΤΚΙ ατόμων στην αξιοπρέπεια και την αποδοχή. Χαρα κτηριστική ήταν η δήλωσή του: «Ποιοι είμαστε εμείς να κρίνουμε;» Αυτή η δήλωση συνοψίζει την αποστασιοποίησή του από τον πατερναλιστικό λόγο των προκατόχων του.

Η παρουσία του δεν σηματοδότησε απλώς μια θεολογική στροφή, αλλά μια ηθική επανεκκίνηση. Αν και ο ίδιος δεν κατόρθωσε να αλλάξει εκ βάθρων το σύστημα, έθεσε ένα νέο τόνο – έναν τόνο που ίσως, μελλοντικά, μπορέσει να εμπνεύσει και να διεκδικήσει έναν πιο ανθρώπινο ρόλο για τις οργανωμένες θρησκείες. Γιατί όταν η πίστη παύει να υπηρετεί την εξουσία και αρχίζει να υπηρετεί τον άνθρωπο, τότε γεννιέται ξανά η ελπίδα.

 

Η διαθήκη του Πάπα Φραγκίσκου: Μία αλλαγή που μένει ανοιχτή;

Η θητεία του Πάπα Φραγκίσκου δεν ήταν μόνο μια ηθική παρέμβαση σε έναν ταραγμένο κόσμο. Ήταν –και παραμένει– ένα ερωτηματικό απέναντι στις ίδιες τις δομές της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας. Ο Φραγκίσκος, γιος Ιταλών μεταναστών στην Αργεντινή, δεν έφερε απλώς ένα διαφορετικό τόνο. Ενσάρκωσε μια διαφορετική καταγωγή, μια διαφορετική εμπειρία του κόσμου, λιγότερο ευρωπαϊκή, λιγότερο δεσποτική, πιο άμεση, πιο ανθρώπινη.

Το παράδειγμά του φωτίζει μεν μια άλλη δυνατότητα άσκησης της παπικής εξουσίας, όμως εγείρει και το ερώτημα: μπορεί ένας μόνο άνθρωπος να αναμετρηθεί με αιώνες παγιωμένης εξουσίας; Ή, ακριβέστερα, μπορεί ο ανθρωπισμός να ριζώσει σε ένα μηχανισμό που για αιώνες βασίστηκε στο φόβο, την υπακοή και την ιεραρχία;

Η παρακαταθήκη του Φραγκίσκου δεν είναι απλώς οι πράξεις του, αλλά ο αντίλαλός τους μέσα στους κόλπους μίας Εκκλησίας που δείχνει άλλοτε πρόθυμη να ακούσει και άλλοτε έτοιμη να περιμένει σιωπηλά την επιστροφή στην «τάξη». Η μεταρρυθμιστική του πνοή, όσο ειλικρινής κι αν υπήρξε, δε συνοδεύτηκε από μια βαθιά δομική αναθεώρηση. Πολλές από τις σκιές και τα σκάνδαλα και οι σιωπές που τα συνοδεύουν, εξακολουθούν να υφίστανται.

Ο νέος Πάπας, Λέων ΙΔ’, αναλαμβάνει το πηδάλιο της Καθολικής Εκκλησίας σε μια εποχή βαθιών κοινωνικών και ηθικών μετασχηματισμών, με τη σκιά του προκατόχου του, Πάπα Φραγκίσκου, να παραμένει έντονη. Ο Φραγκίσκος επιχείρησε μια τολμηρή κοινωνική μεταστροφή, δίνοντας έμφαση στη συμπερίληψη, την κοινωνική δικαιοσύνη και την οικολογική συνείδηση, προκαλώντας συχνά αντιδράσεις εντός της παραδοσιακής ιεραρχίας. Το κατά πόσο ο νέος Ποντίφικας θα μπορέσει — ή θα θελήσει — να συνεχίσει αυτή την πορεία εξαρτάται όχι μόνο από το προσωπικό του όραμα, αλλά και από τις πιέσεις που δέχεται από συντηρητικούς κύκλους εντός της Εκκλησίας. Η πρόκληση δεν είναι απλώς η διατήρηση μιας γραμμής, αλλά η εμβάθυνση μιας μεταρρυθμιστικής τάσης σε ένα θεσμό αιώνων.

Για αυτό λοιπόν και το σημαντικότερο ίσως που πρόσφερε ο Πάπας Φραγκίσκος είναι το ίδιο του το παράδειγμα: ότι ακόμη και εντός ενός σκληρού, ιεραρχικού και συχνά συντηρητικού θεσμού, μπορούν να υπάρξουν φωνές που υπερασπίζονται τον άνθρωπο. Μπορεί να υπάρξει λόγος που δεν υπηρετεί την ισχύ, αλλά την αλήθεια.

Ίσως, τελικά, αυτό να είναι το πιο ισχυρό μήνυμα που άφησε πίσω του: πως η πίστη δεν είναι εργαλείο εξουσίας, αλλά πράξη συνείδησης. Και πως ακόμη και σε έναν κόσμο κουρασμένο από την υποκρισία, μια φωνή ειλικρίνειας μπορεί να αφήσει ρωγμές στο μάρμαρο της αδιαφορίας.