Να επαναπροσδιοριστεί η ιστορία της Επανάστασης του ’21 – Του Μιχάλη Κωνσταντή

Συναδέλφισσες – Συνάδελφοι,

Ο αγαπητός Μιχάλης Κωνσταντής δε χρειάζεται βεβαίως συστάσεις, αφού ο εξαίρετος νομικός, δημοσιογράφος, πολιτικός, κοινωνικός αναλυτής και βεβαίως εκλεκτό μέλος της Ιονικής Οικογένειας, μας έχει χαρίσει στο παρελθόν πολλά από τα υπέροχα κείμενά του.

Επειδή όμως είχε αρκετό καιρό να μας κάνει την τιμή να φιλοξενήσουμε κάποια ανάλυσή του, σήμερα ήρθε η ώρα της επιστροφής!

Με αφορμή την επέτειο της Επανάστασης του 1821, ο Μιχάλης αναφέρεται σε ορισμένες «σκοτεινές» πλευρές της επίσημης ιστορίας και την ανάγκη να «φωτιστούν», αφού είναι σαφές ότι γίνεται προσπάθεια να μείνουν στο παρασκήνιο. Ιδιαιτέρως δε στο άδοξο τέλος που είχαν πολλοί από τους πρωτεργάτες του Εθνικοαπελευθερωτικού Αγώνα, θύματα της διαχρονικής διχόνοιας των Ελλήνων…


ΝΑ ΕΠΑΝΑΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΤΕΙ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΤΟΥ ΄21

Πέρασαν ήδη τρία χρόνια από τότε που γιορτάσαμε… περίλαμπρα, με κάθε είδους ανούσιες φανφάρες, τα 200 χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση. Κάθε επέτειος από την έναρξη της ελληνικής επανάστασης, θα μπορούσε να είναι μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για να μάθουμε λίγο καλύτερα την ιστορία μας και να αποσαφηνιστούν τα πραγματικά γεγονότα που οδήγησαν στη δημιουργία ανεξάρτητου ελληνικού κράτους. Διότι, μέσω της γνώσης της ιστορίας κατανοούμε καλύτερα και το μέλλον μας. Η «εθνομηδενιστική» ιδεολογία και ιστοριογραφία, κυρίως μετά το 1990, μας «κληροδότησε» θλιβερές ιδεοληψίες, όπως εκείνες «για τους Έλληνες που συνωστίζονταν στην προκυμαία της Σμύρνη», ή την εξίσου οδυνηρή ότι «το παιδομάζωμα ήταν στο πλαίσιο της επίσημης στρατολόγησης των Οθωμανών».

 

Πρέπει να επισημανθεί ότι αναφορικά με την επανάσταση του 1821 εξακολουθεί 203 χρόνια τώρα να επικρατεί μια ιστορική προσέγγιση «ηρωική και πένθιμη». Ελάχιστοι ιστορικοί έχουν μιλήσει για τα «άπλυτα του αγώνα», όπως για τους αιματηρούς εμφυλίους στα πρώτα χρόνια της επανάστασης που οδήγησαν ουσιαστικά στην επανακατάληψη του Μοριά από τον Ιμπραήμ. Η συλλήβδην «ηρωοποίηση» των επαναστατών και των γεγονότων του 1821 τρέφει την τόνωση του εθνικού φρονήματος, αλλά επί της ουσίας είναι σαφές ότι προσφέρει στρεβλή υπηρεσία στις αμέτρητες γενιές των ελληνοπαίδων.

Η ελληνική επανάσταση δεν κατάφερε να μετουσιωθεί σε κάτι ομοιογενές, με κοινό στόχο και κοινές αξίες. Ή μάλλον το κατάφερε για μια διετία-τριετία (1821-1823). Όσο δηλαδή χρειάστηκε για να διώξει τους Τούρκους από τον Μοριά και να απελευθερώσει μεγάλο μέρος της Στερεάς και των Κυκλάδων. Προ της διαφαινόμενης νίκης και αμέσως μετά το σχηματισμό Πολιτικής Αρχής, ξεκίνησαν οι έριδες, η διχόνοια, η ίντριγκα και τα αλληλομαχαιρώματα.

Η επανάσταση «έσβησε» εκ των έσω εξαιτίας των δύο εμφύλιων πολέμων και όταν ο Ιμπραήμ αποβιβάστηκε με 35.000 άνδρες στην Πελοπόννησο, το Φεβρουάριο του 1825, ξεκίνησε να ψυχορραγεί. Από εκείνο το γεγονός κι έπειτα ήταν δεδομένο ότι οι Έλληνες δεν θα μπορούσαν να τα καταφέρουν μόνοι τους. Είχαν βγάλει τα μάτια τους με τα ίδια τους τα χέρια. Πολεμώντας για το ποιος θα γίνει «χαλίφης στη θέση του χαλίφη», προτού ακόμη απαλλαχθούν από τον Οθωμανό δυνάστη. Μετά την άλωση του Μεσολογγίου και το θάνατο του Καραϊσκάκη, η κατάσταση στο στρατόπεδο των επαναστατημένων ήταν δραματική. Περιορισμένοι στη Μάνη, στο Ναύπλιο και στα νησιά του Αργοσαρωνικού, περίμεναν τη λύτρωση από τις μεγάλες δυνάμεις, που ήρθε με την «Ιουλιανή Συμφωνία» και τη ναυμαχία του Ναυαρίνου.

Οι ομιχλώδεις σελίδες της Ιστορίας είναι περισσότερο διδακτικές από τις λαμπρές. Κάθε χρόνο μιλούν πολλοί για πολλά, προκαλώντας συχνά θυμηδία με τα λεγόμενα τους, εμπαίζοντας την Ιστορία. Μιλήσαμε, άραγε, όσο θα έπρεπε για το οικτρό τέλος Αγωνιστών του ’21, που έδωσαν τις περιουσίες τους, τα προνόμιά τους, που ρήμαξαν τη ζωή τους; Πόσοι από τους ηγέτες της Ελληνικής Επανάστασης έκλεισαν τα μάτια τους ήσυχοι; Οι περισσότεροι κυνηγήθηκαν από εχθρούς και- κυρίως- φίλους, συκοφαντήθηκαν, ρίχτηκαν σε μπουντρούμια σαν προδότες και στο τέλος- αφού γλύτωσαν το σπαθί των Τούρκων- πέθαναν από αδελφοκτόνο μαχαίρι ή από την ανέχεια και τις κακουχίες. Μακρύς ο κατάλογος των δύστυχων ηρώων, που έζησαν πολέμαρχοι και πέθαναν συντρίμμια.

Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης, ο τρόμος των Οθωμανών, βρέθηκε απέναντι από τον Μαυροκορδάτο, που δεν δίστασε να στήσει ψευδοδικαστήριο εναντίον του. Στηριγμένο σε ψευδομάρτυρες που εξέδωσε την κατάπτυστη Προκήρυξη των Εγκλημάτων του Καραϊσκάκη, η οποία τον εμέμφετο ότι δήθεν «είχε κρυφήν ανταπόκρισιν με τους εχθρούς της πίστεως και της Πατρίδος». Ο Καραϊσκάκης είχε τέλος περίεργο και πλέον ελάχιστοι πιστεύουν ότι σκοτώθηκε από εχθρικό βόλι. Το απόγευμα της 22ας Απριλίου του 1827 έπεσαν πυροβολισμοί από ένα οχύρωμα. Ο Καραϊσκάκης -άρρωστος βαριά από φυματίωση- έφτασε έφιππος στον τόπο της συμπλοκής. Μια σφαίρα τον τραυμάτισε θανάσιμα στο υπογάστριο. Από τους νεότερους συγγραφείς ο Γιάννης Βλαχογιάννης υποστήριξε ότι ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος οργάνωσε την δολοφονία του Καραϊσκάκη.

Η δολοφονία του Οδυσσέα Ανδρούτσου, δεν είναι εικασία, αλλά ιστορικό γεγονός. Ο ήρωας της Γραβιάς και άλλων μαχών είχε έναν άσπονδο εχθρό, τον Ιωάννη Κωλέττη, που με διακήρυξή του (13/10/1822), τον χαρακτήριζε «εθνοκατάρατον» με «ολέθρια φρονήματα και εχθρόν της πατρίδος». Και πιο μετά, ο ίδιος κατηγόρησε τον Ανδρούτσο για «συνεννοήσεις με τον εχθρόν» κι έστειλε εναντίον του τον Γιάννη Γκούρα, φρούραρχο της Ακρόπολης, το άλλοτε πρωτοπαλίκαρο του Ανδρούτσου. Κι ο Ανδρούτσος παραδόθηκε, πιστεύοντας στη φιλία του Γκούρα κι εκείνος τον πέταξε ένα βράδυ από την Ακρόπολη αφού πρώτα τον βασάνισε απάνθρωπα.

Ο Νικηταράς, ο πολέμαρχος στα  Δερβενάκια και στην Τριπολιτσά,  βίωσε την αχαριστία και την αγνωμοσύνη του νεοσύστατου Ελληνικού Κράτους, το οποίο του αρνήθηκε σύνταξη, ώστε να ζει αυτός και η οικογένειά του ευπρεπώς και αντί αυτού, του χορηγήθηκε «άδεια επαιτείας». Ο άλλοτε «Τουρκοφάγος», Νικήτας Σταματελόπουλος, ζητιάνευε για να ζήσει έξω από τον ναό της Ευαγγελίστριας του Πειραιά κάθε Παρασκευή. Ο Νικηταράς συνελήφθη τον Δεκέμβριο του 1839 κατηγορούμενος για αντι-Οθωνική δράση, δικάστηκε, αθωώθηκε, όμως τέθηκε υπό περιορισμό στο κολαστήριο της Αίγινας, με διαταγή του Όθωνα. Μετά από οχτώ χρόνια ο «Τουρκοφάγος», τυφλός, ρακένδυτος και πένης πέθανε στον Πειραιά.

Η Μαντώ Μαυρογένους δεν είχε καλύτερη τύχη από τον Νικηταρά. Κι εκείνη πάμπτωχη και κατατρεγμένη πέθανε, έχοντας αρωγό τη συμπόνια των συγγενών της. Η Μαντώ είχε ξοδέψει όλη την περιουσία της για τον Αγώνα και το όνομά της ήταν θρύλος στην Ευρώπη. Ο Κωλέττης, όμως, δεν σήκωνε τις αισθηματικές και πολιτικές σχέσεις της Μαντούς με τον Δημήτριο Υψηλάντη και την απέλασε στη Μύκονο κι από εκεί η ηρωίδα έφυγε σε συγγενείς της στην Πάρο όπου, λησμονημένη και έχοντας μόνο ένα πιάτο φαΐ για να ζήσει, έσβησε μόλις 44 χρονών από τυφοειδή πυρετό.

Και ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, δεν είχε πορεία ανάλογη της φήμης του. Φυλακίστηκε στο Ναύπλιο κατά τον εμφύλιο του 1824, ως «κακούργος, άρπαξ και αφιλότιμος», σύμφωνα με του Κουντουριώτηδες. Του παρείχαν αμνηστία για να σταματήσει την επέλαση του Ιμπραήμ και ακολούθησαν τα χειρότερα. Έφυγαν οι Τούρκοι και ήρθαν οι Βαυαροί που τον έριξαν σε «μυστική φυλακή» για έξι μήνες, όπου μόνο τον δεσμοφύλακά του έβλεπε και τα σκοτάδια. Και μετά τον δίκασαν για «συνομωσία». Καταδικάστηκε σε θάνατο και ο Κολοκοτρώνης και ο Πλαπούτας, «ως ένοχοι εσχάτης προδοσίας». Ο Όθωνας μετέτρεψε την ποινή σε ισόβια και οι «προδότες» σύρθηκαν στο Ιτς Καλέ του Αναπλιού. Ο 64χρονος Γέρος του Μοριά έμεινε εκεί μέσα 11 μήνες και όταν βγήκε με «χάρη του καλού μας βασιλιά» πέθανε από εγκεφαλικό επεισόδιο, 8 χρόνια μετά τη φυλάκισή του, στα 73 του.

Ο Ιωάννης Μακρυγιάννης, επικριτικός στην εξουσία και πρωταγωνιστής στην παραχώρηση Συντάγματος το 1843, κατηγορήθηκε για «συνομωσία κατά της ζωής των Αυτών Μεγαλειοτήτων». Το 1853, καταδικάστηκε σε θάνατο, η ποινή του μετατράπηκε σε ισόβια και έπειτα σε 10ετή κάθειρξη. Αποφυλακίστηκε ένα χρόνο μετά την καταδίκη του, με την υγεία του ρημαγμένη και το μυαλό του ταραγμένο. Πέθανε στις 27 Απριλίου του 1864 στην Αθήνα, «εξ υπερβαλλούσης σωματικής εξαντλήσεως», σε ηλικία 67 ετών, αφήνοντας στην ελληνική γραμματεία και τα περίφημα «Απομνημονεύματα» του.

Ο Ανδρέας Λόντος, ο προεστός του Αιγίου, μετά την Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου, εκδιώχθηκε και έχασε όλα του τα αξιώματα. Η φτώχια και η στενοχώρια τον οδήγησαν στην αυτοχειρία, καθώς είχε ξοδέψει όλα του τα υπάρχοντα. Έτσι ο πλούσιος πρόκριτος της Αχαΐας, αυτοκτόνησε στις 27 Σεπτεμβρίου του 1846,  σε ηλικία 62 χρονών «μη δυνάμενος να ανεχθεί την ένδειά του».

Δεν ήταν όμως, μόνον αυτοί που δεινοπάθησαν, αλλά κι άλλοι πολλοί, όπως ο Λέκκας Ματρώζος, προεστός στις Σπέτσες, καραβοκύρης, που ξόδεψε τα υπάρχοντά του για την Επανάσταση και βγήκε μπουρλοτιέρης στον Αγώνα. Συμμετείχε στην πυρπόληση της τουρκικής ναυαρχίδας του Καρά Αλή που ήταν αγκυροβολημένη στη Χίο, διακρίθηκε στη ναυμαχία του Γέροντα, στην Τένεδο, ενώ έσωσε τη ζωή του Κανάρη κι όμως πέθανε ανέστιος και πένης, σχεδόν επαίτης.

Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, ένας από τους εμπνευστές της Ελληνικής Επανάστασης, πέθανε στη Βιέννη σε συνθήκες ακραίας φτώχειας και εξαθλίωσης. Κι ο αδελφός του, Δημήτριος, πάμπτωχος και λησμονημένος πέθανε. Η Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα, η ηρωίδα-καπετάνισσα της Επανάστασης, δολοφονήθηκε στο σπίτι της στις Σπέτσες από «πατριώτες» που είχε «προσβάλει την τιμή τους». Ο Αντώνιος Οικονόμου, ο Υδραίος που ξεσήκωσε το νησί, δολοφονήθηκε από προκρίτους της Ύδρας το 1821. Ο Παναγιώτης Καρατζάς, ο υποδηματοποιός από την Πάτρα, που κήρυξε την Επανάσταση στην πόλη του και πήρε μέρος στην πολιορκία των Καλαβρύτων, δολοφονήθηκε το 1821 από  άνδρες του συμπολίτη του Κουμανιώτη, που τον πυροβόλησαν πισώπλατα.

Ο Δημήτριος Πλαπούτας, ο Δημητράκης, ο ήρωας του Βαλτετσίου, της Πάτρας των Δερβενακίων, διώχτηκε από τους Βαυαρούς, φυλακίστηκε, καταδικάστηκε σε θάνατο αλλά του δόθηκε αμνηστία, κακόπαθε και πέθανε ξεχασμένος. Κι ο θρυλικός Μητροπέτροβας, που πολέμησε του Τούρκους στα 76 χρόνια του και στα 89 του καταδικάστηκε σε θάνατο από τους Βαυαρούς. Πολέμησε για την απελευθέρωση της Καλαμάτας, μπήκε στην πόλη της Μεσσηνίας πριν ακόμα φθάσουν ο Κολοκοτρώνης, ο Παπαφλέσσας, ο Πετρόμπεης, ο Νικηταράς και οι Βαυαροί τον καταδίκασαν σε θάνατο. Και θα τον είχαν καρατομήσει στο Παλαμήδι, αν κάποιος δεν τους υπενθύμιζε ότι θα ήταν ανάρμοστο να εκτελέσουν έναν γέροντα που σε λίγους μήνες θα γινόταν 90 χρόνων. Πέθανε στα 93 του φτωχός και ξεχασμένος από όλους. Για να μην μιλήσουμε για τον Πάνο Κολοκοτρώνη, τον γιο του Γέρου του Μοριά και το οικτρό τέλος του από ελληνικά χέρια, στα χρόνια του εμφυλίου.

 

Η υπενθύμιση ανάλογων δυσχερών γεγονότων, που συνηθίζουμε να τα αποσιωπούμε ακόμη κι όταν τα γνωρίζουμε, αποτελεί μέγιστο μάθημα για τους πολίτες που ξεχνούν την ιστορία τους. Μια ιστορία χαραγμένη με δεκάδες εμφυλίους, συνταγματικές εκτροπές, αυταρχικές εξουσίες και ποταμούς αίματος. Είθε, να μαθαίνουμε από τα λάθη μας για να μην τα ξανακάνουμε, διότι συχνά η Ιστορία επαναλαμβάνεται ως τραγωδία και εκδικείται λαούς ανιστόρητους και ιδεοληπτικούς. Για όλους αυτούς τους λόγους -και όχι μόνον- αποτελεί εθνική αναγκαιότητα να επαναπροσδιοριστεί και να ξαναγραφεί η ιστορία της επανάστασης του 1821, καθώς σε πολλές παραμέτρους και πτυχές της παραμένει κλεισμένη στα σκοτάδια, εδώ και δύο ολόκληρους αιώνες.

 

Μιχάλης Κωνσταντής