Τα λόγια νομίζουμε περιττεύουν πλέον για τη Σοφία Μαρωνίδη, αφού είμαστε βέβαιοι ότι όλοι τη γνωρίζετε μέσα από τα ποιήματά της κυρίως που έχουμε την τιμή να παρουσιάζουμε μέσα από την ιστοσελίδα μας.
Οι μοναδικές εμπνεύσεις της Σοφίας έχουν κερδίσει τον θαυμασμό όλων μας και τα σχόλια που συνοδεύουν το έργο της είναι πάντοτε – και δικαίως – διθυραμβικά.
Ωστόσο, αυτήν τη φορά, με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας (8 Μαρτίου), πιστεύουμε ότι ξεπέρασε ακόμα και τον ασύγκριτο εαυτό της! Δημοσίευσε στην προσωπική της σελίδα στο facebook ένα ποίημα «αφιερωμένο στις αγέρωχες, στις περήφανες και δυνατές γυναίκες μιάς άλλης εποχής», όπως χαρακτηριστικά αναφέρει, εμπνευσμένη από τη γιαγιά της, αλλά σίγουρα όλοι όσοι διαβάσαμε τους στίχους της Σοφίας με τις μαγικές εικόνες που γέννησαν στο μυαλό μας, άγγιξαν τα πιο ευαίσθητα στρώματα της ψυχής μας και μας έφεραν στο νου όλες τις αγαπημένες μας γυναίκες, που μέσα σε αυτόν το σκληρό και άδικο για αυτές κόσμο, μόχθησαν και βγήκαν νικήτριες της ζωής, κερδίζοντας το σεβασμό και το θαυμασμό όλων μας.
Για όλες αυτές τις γυναίκες του χθες, του σήμερα και του αύριο θα πούμε εμείς, για το αγαπημένο μισό του Ουρανού, σας παρουσιάζουμε το εκπληκτικό ποίημα της Σοφίας :
Αφιερωμένο
στις αγέρωχες
στις περήφανες και δυνατές γυναίκες
μιάς άλλης εποχής
.
Aπο τότε που έγινε μάνα
ξήλωνε τη ζωή της και έπλεκε όνειρα…
Τα νιάτα της μεταξωτά τα τύλιγε κουβάρι.
Κάθε αυγή
δυο ηλιαχτίδες έκοβε και έπλεκε μ’αυτές.
Όταν η νύχτα έπεφτε τη χτένιζε με αγάπη
και έριχνε τα αστέρια της στην ανοιχτή ποδιά της.
Ύστερα,
ένα ένα, τα καλοέραβε επάνω στο πλεχτό της.
Έτσι της ξεχρέωνε η ζωή το φώς που της χρωστούσε!
Σαν τελείωνε, έσβηνε τις βελόνες της
και φόραγε στο παιδί της τις ευχές της κατάσαρκα.
Δεκα τρία πλεχτά ζέσταιναν τις ζωές
που έφερε στον κόσμο
καθώς και τη δική της!
Όμως μονάχα οχτώ της έμειναν.
Τα πέντε τα κρέμασε η μοίρα της αδειανά
στα καρφιά που έμπηγε στην καρδιά της
στερεώνοντας απουσίες.
Η ζωή της μοιρασμένη σε δυό πατρίδες.
Προσφυγοπούλα Πόντια,
ξεριζωμένη απο τον τόπο της
ήρθε σε εύφορη αγκαλιά και ρίζωσε ξανά.
.
Πάντα κάποια απόσταση μεγάλη
τη χώριζε απο αγαπημένα πρόσωπα.
.
Τότε, ήταν οι γονείς και τα αδέρφια της
που έμειναν πίσω.
Ύστερα ο άντρας της
που αντάρτης ήταν στο βουνό κι εκείνο
τον οδήγησε ως πρόσφυγα πολιτικό
σε μια πατρίδα άλλη.
Τα στέφανα του γάμου της
δεμένα με γκρι ξεφτισμένη κορδέλα πολλών χιλιομέτρων που δεν την έκοβε ποτέ,
τα φύλαγε κρεμασμένα στην κάμαρά της
να στολίζουν τη μοναξιά της.
Να στεφανώνουν ήρωες αγώνων διαφορετικών…
Εκείνη έδινε τις δικές της μάχες και τις κέρδιζε!
.
Όμως, πάντα κάποια απόσταση μεγάλη
τη χώριζε απο αγαπημένα πρόσωπα…
.
Γυναίκα αγέρωχη, περήφανη και δυνατή,
στεκόταν όρθια δίπλα στα παιδιά της.
.
Σαν έβλεπε το δέντρο της,
που ρίζωσε στη γη αυτή που τόσο αγαπούσε
να το γεμίζουνε κλαριά κι όλο να μεγαλώνει,
χαρούμενη και γελαστή
καθότανε στον ίσκιο του και σιγοτραγουδούσε.
.
Ώσπου,
απο το πιο γέρικο κλαρί άνοιξε τα φτερά της.
‘Ηθελε λέει να πάει να βρεί
και τ’άλλα τα παιδιά της…
.
Σοφία την έλεγαν!
Ήταν μάνα! Ήταν ηρωίδα!
Ήταν η γιαγιά μου!
.
Γιαγιά μου!
Αφιερωμένη στη μνήμη σου η μέρα αυτή!
.
Σοφία Μαρωνίδη

