Μπορεί από τη Δευτέρα να χαλαρώνουν οι περιορισμοί των μετακινήσεων, αλλά η «κανονικότητα» θα αργήσει πολύ να επανέλθει. Και σίγουρα ακόμα και αυτή η νέα κανονικότητα δε θα έχει καμία σχέση με την προηγούμενη…
Ένα από τα πιο σοφά ρητά που θα ισχύει όσο υπάρχουν άνθρωποι λέει ουδέν κακόν αμιγές καλού. Είμαστε όμως πρόθυμοι και έτοιμοι να αφουγκραστούμε τα θετικά που πιθανώς ήρθαν στην επιφάνεια μέσα σε αυτήν την κρίση; Είμαστε έτοιμοι να εκτιμήσουμε την ελευθερία που μας στερήθηκε το προηγούμενο διάστημα; Είμαστε έτοιμοι να την προστατεύσουμε τόσο για εμάς, όσο και για συνανθρώπους μας που δε χρειάστηκε η καραντίνα για να τη στερηθούν, αφού ζούσαν ανελεύθερα σε άθλιες συνθήκες προηγουμένως; Είμαστε έτοιμοι να επαναφέρουμε την αρμονική μας σχέση με το περιβάλλον και τη φύση;
Λίγες μόλις ώρες πριν τη χαλάρωση των περιορισμών, νομίζουμε είναι η κατάλληλη στιγμή να σας παρουσιάσουμε ένα υπέροχο πραγματικά ποίημα της αγαπητής Σοφίας Μαρωνίδη, που θέτει με μοναδικό τρόπο αυτά τα ερωτήματα που περιμένουν απαντήσεις από όλους μας…
Μέρες τώρα το μικρό καναρίνι μέσα από το κλουβί του, παρατηρεί το αφεντικό του να πηγαινοέρχεται από τη μια άκρη του σαλονιού στην άλλη. Είναι φανερό πως κάτι τον απασχολεί. Το δρύινο πάτωμα δεν μπορεί να απορροφήσει τους κραδασμούς της ανησυχίας του. Τον βλέπει να τρώει παρακολουθώντας τις ειδήσεις των δύο, των έξι των οχτώ και των δώδεκα. Κάποιες φορές βυθίζεται στο λάπτοπ που κρατάει στα γόνατά του. Κάποιες άλλες βγαίνει έξω φορώντας γάντια και μάσκα και επιστρέφει σύντομα κρατώντας συνήθως σακούλες από το σούπερ μάρκετ. Πλένει τα χέρια του συνεχώς. Μα τί έχει πάθει; Πώς γίνεται να νιώθει κάποιος όμηρος στο σπίτι το δικό του; αναρωτιέται το μικρό πουλάκι κάνοντας πήδους από τη μια μπάρα στην άλλη. Καθώς κοιτάζει από το παράθυρο εκεί έξω ένα σπουργίτι να τσιμπολογάει ψίχουλα από τα χέρια ενός άστεγου στο απέναντι παγκάκι, παίρνει την απόφαση να μιλήσει:
.
— Έι φίλε!
Εδώ! Εδώ! Εγώ σου μιλάω!
Μαζί μου αν θέλεις κάθησε και δώσε μου το βήμα
για να σου πώ τραγουδιστά ένα δικό μου ποίημα.
Γύρισε λίγο να με δείς μέσ’το χρυσό κλουβί μου.
Λυπάμαι που ήρθες και εσύ στη θέση τη δική μου.
Βλέπω πως δεν αντέχεις πια, μακριά απ’τους δικούς σου.
Για άκου με λοιπόν καλά και βάλε το στο νού σου.
Ποιός σου είπε αλήθεια φίλε μου, πως είναι καμωμένα
της πλάσης όλα τα όμορφα, μονάχα για εσένα;
Εσύ που λες στερήθηκες μια άνοιξη μονάχα
αναρωτήθηκες ποτέ, πόσες να είναι τάχα
εκείνες που στερήθηκα εγώ;
Σκέφτηκες άραγε ποτέ, πως τα φτερά στη ράχη μου τάχω για να πετώ;
Τώρα που το κατάλαβες τι αξία έχει η αφή απ’το δικό σου χέρι
σου πέρασε ποτέ απ’το νού, πόσο θα ήθελα κι εγώ, ν’αγγίξω τα άνθη
στα κλαριά και το δικό μου ταίρι;
Για πες μου τί έκανα κακό;
Να φταίω άραγε εγώ
που ο αέρας και όλα τα νερά, στη γη είναι μολυσμένα;
Που εκατομμύρια παιδιά πεθαίνουν πεινασμένα;
Πες μου αν απο μένανε κινδύνεψε η ειρήνη
κι αν φταίω που οι άνθρωποι δίχως πατρίδα έχουν μείνει;
Μήπως ευθύνομαι εγώ για τους αδικημένους
ή μήπως πλούτο μοίρασα μόνο στους βολεμένους;
Εγώ δεν έκλεψα ποτέ δεν έκαψα τα δάση
και εξ’αιτίας μου θαρρώ κανείς δεν έχει κλάψει.
Ξέρω μόνο να κελαϊδώ δεν πείραξα κανέναν
είχα δικό μου ουρανό, μα τώρα ζω στη φυλακή που έφτιαξες για μένα.
Αναρωτήθηκες ποτέ αν το κελάιδισμα που ακούς είν’ το παράπονό μου
γιατί τη μοίρα μου άλλαξες μ’αυτόν τον εγκλεισμό μου;
Το ίδιο κι εσύ όπως κι εγώ
έχεις τροφή έχεις νερό
τί άλλο να ζητήσεις;
Όμως δε είναι αρκετά ωραία για να ζήσεις ε;
Το τώρα μη σ’ανησυχεί, για θα το ξεπεράσεις
μα το μετά είναι ύπουλο και ίσως νάναι πιο πολλά αυτά που έχεις να χάσεις.
Ω! Μην πηγαινοέρχεσαι γεμάτος αγωνία.
Ρώτα εμένα να σου πώ
το τι σημαίνει η σκλαβιά και τι η ελευθερία..
.
Σοφία Μαρωνίδη

