Συναδέλφισσες – Συνάδελφοι,
Πριν από λίγες ημέρες συμπληρώθηκε ακόμη μία «μαύρη επέτειος» από την 21η Απριλίου 1967, την ημέρα που η δημοκρατία στην Ελλάδα καταλύθηκε βίαια και η χώρα μπήκε για επτά ολόκληρα χρόνια στον «γύψο» της δικτατορίας.
Ο νομικός, δημοσιογράφος, πολιτικός και κοινωνικός αναλυτής, καθώς και εκλεκτό μέλος της Ιονικής Οικογένειας, αγαπητός Μιχάλης Κωνσταντής επιχειρεί να προσεγγίσει με ειλικρίνεια και κριτική διάθεση μια λιγότερο φωτισμένη πλευρά εκείνης της περιόδου: τις στάσεις και τις επιλογές ανθρώπων —επωνύμων και μη— απέναντι στο καθεστώς της χούντας. Θέτει, ουσιαστικά, το ερώτημα για το τι θα πράτταμε ο καθένας από εμάς υπό παρόμοιες συνθήκες.
Άλλωστε, ως γνωστόν, μετά την αποκατάσταση της Δημοκρατίας, οι «αντιστασιακοί»… πολλαπλασιάστηκαν εντυπωσιακά και κάποιοι οικοδόμησαν δημόσιες διαδρομές πάνω σε αγώνες που πιθανώς ποτέ δεν έδωσαν.
Και όμως, μέσα σε αυτή τη θολή εικόνα, υπήρξαν άνθρωποι που στάθηκαν όρθιοι και αντιστάθηκαν, ρισκάροντας την ελευθερία και τη ζωή τους.
Σε περιόδους ανελευθερίας, η τέχνη από τη φύση της καλείται να λειτουργεί ως φωνή αντίστασης, μνήμης και αξιοπρέπειας. Όταν, όμως, μετατρέπεται σε όργανο ενός απολυταρχικού καθεστώτος και σιωπά μπροστά στην αδικία, τότε προδίδει τον βαθύτερο κοινωνικό της ρόλο. Υπήρξαν ορισμένοι καλλιτέχνες που, αντί να σταθούν στο ύψος των περιστάσεων, επέλεξαν τον δρόμο της «προσαρμογής» ή και της ενεργού στήριξης του καθεστώτος. Και που, μάλιστα, μέσα στο κλίμα της μεταπολιτευτικής λήθης, συνέχισαν απρόσκοπτα την πορεία τους, χωρίς ουσιαστική λογοδοσία.
Η μνήμη, όμως, είναι απαραίτητη. Δεν υπηρετεί την εκδικητικότητα, αλλά τη συνείδηση του λαού μας…
ΕΠΩΝΥΜΟΙ ΠΟΥ «ΛΥΓΙΣΑΝ» ΣΤΗΝ ΧΟΥΝΤΑ ΚΑΙ Η ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΗ ΤΟΥ ΜΙΚΗ

Πάντα αναρωτιόμουν, αρχής γενομένης από τα πρώτα φοιτητικά μου χρόνια: αλήθεια, τι θα έκανα αν ήμουν ενήλικας στην εποχή της δικτατορίας των συνταγματαρχών (1967-1974); Θα έφευγα στο εξωτερικό (κάτι που απαιτούσε βεβαίως, μια σχετική οικονομική δυνατότητα), θα έμενα στη χώρα για να κάνω κάποιας μορφής αντίσταση κατά της χούντας ή θα συμβιβαζόμουν, κοιτώντας την δουλίτσα μου, όπως έπραξε η συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων;
Εκ των υστέρων είναι εύκολη η απάντηση. Άλλωστε, μετά την αποκατάσταση της Δημοκρατίας, οι… αντιστασιακοί ήταν αν όχι περισσότεροι, τουλάχιστον ίσοι με τον ενήλικο πληθυσμό της χώρας. Και κάποιοι εξ’ αυτών έκαναν σημαία τους τους ανύπαρκτους αγώνες τους, καταλαμβάνοντας ως και δημόσια αξιώματα. Ενώ είδαμε και πολλούς που «εδοξάσθησαν κρυπτόμενοι να γελοιοποιούνται» στο δημόσιο βίο, στη συνέχεια. (Μέσα σε εισαγωγικά μέρος της περίφημης ατάκας του Γεωργίου Παπανδρέου για τον αρχηγό της ΕΟΚΑ Β΄, Γ. Γρίβα).
Βεβαίως, πρέπει να υπογραμμισθεί μεθ’ επιτάσεως, ότι κάποιοι όρθωσαν το ανάστημά τους στη χούντα, θέτοντας σε κίνδυνο την ίδια τους τη ζωή, με αποκορύφωμα το «Πολυτεχνείο», αλλά και την εξέγερση των φοιτητών στην ταράτσα της Νομικής τον Φεβρουάριο του 1972, ενώ και οι αυτοεξόριστοι από το εξωτερικό έδιναν καθημερινά τον δικό τους μεγάλο αγώνα για την αποκατάσταση της Δημοκρατίας στην Ελλάδα.
Υπήρξε, όμως και μια ιδιαίτερη κατηγορία, εκείνων των επωνύμων που λύγισαν η προσκύνησαν την χούντα, αλλά η «μεταπολιτευτική αμνηστία» τους άφησε στο απυρόβλητο, προκειμένου να συνεχίσει ο καθένας και η καθεμία, τη δουλειά του. Με την ευκαιρία άλλης μιας θλιβερής επετείου από την αποφράδα εκείνη καταραμένη Παρασκευή της 21ης Απριλίου 1967, παραθέτω σχεδόν αυτούσιο, το άρθρο από το τελευταίο «Ποντίκι» (19.4.2007). Το πραξικόπημα οδήγησε άμεσα στην κατάργηση πολιτικών ελευθεριών, συλλήψεις πολιτών και τη διάλυση της Βουλής. Και η Ελλάδα για 7 ολόκληρα χρόνια μπήκε στο «γύψο», ενώ άρχισαν οι απηνείς διώξεις και των «στρατευμένων» καλλιτεχνών, προεξάρχοντος του Μίκη Θεοδωράκη, που είχε απαγορευτεί η μουσική του «καθ’ άπασαν την επικράτειαν».
Το άρθρο από το «Ποντίκι»
Η πρώτη επέτειος του πραξικοπήματος γιορτάστηκε «δόξη και τιμή» με ειδική φιέστα στο Παναθηναϊκό Στάδιο. Ήταν εκεί όλοι οι προσκυνημένοι καλλιτέχνες πρώτης, δεύτερης και τρίτης γραμμής που (όσοι θυμούνται) προκαλούσαν θλίψη στην κοινή, αντιδικτατορική, γνώμη. Δεν βλάπτει να θυμόμαστε (αντιθέτως, βλάπτει να ξεχνάμε) και να σημειώσουμε πως τίποτα δεν τους δικαιολογεί, ούτε αν φοβήθηκαν, ούτε αν εκβιάστηκαν, ούτε φυσικά αν τους άρεσε να γλείφουν τους ισχυρούς:
Παρουσιαστής του προγράμματος ο πολύς Γιώργος Οικονομίδης. Διευθυντές της ορχήστρας του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας οι κ.κ. Γιώργος Κατσαρός, Κώστας Κλάβας, Τάκης Αθηναίος, Τάκης Μωράκης και Ανδρέας Χατζηαποστόλου. Τραγουδιστές και ηθοποιοί που έπαιξαν σε εθνικοχουντικά σκετς: Ρένα Βλαχοπούλου, Φώτης Δήμας, Μαρινέλλα, Γιάννης Βογιατζής, Κώστα Βουτσάς, Γιάννης Πουλόπουλος, Νινή Τζάνετ, Νίκος Σταυρίδης, Ντίνος Ηλιόπουλος, Σώτος Παναγόπουλος, Τρίο Γκρέκο, Νάντια Κωνσταντοπούλου, Ρένα Ντορ, Τζένη Βάνου, Σταμάτης Κόκοτας, Βίκυ Μοσχολιού, Τώνης Μαρούδας, Γιώργος Ζαμπέτας και ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης με το γνωστό… Βατερλό του.
Για το τελευταίο, όσοι δεν γνωρίζουν, ας πληροφορηθούν: Σε επιστολή του Μίκη Θεοδωράκη προς τον Μπιθικώτση, η οποία δημοσιεύτηκε στο όργανο της χούντας «Ελεύθερος Κόσμος» του Σάββα Κωνσταντόπουλου, στις 16 Νοεμβρίου 1967, ο συνθέτης γράφει:
«Γρηγόρη.
Διάβασα με κατάπληξη ότι πρόκειται να τραγουδήσεις στα “Δειλινά” τον “Ύμνο της Επαναστάσεως”. Νομίζω ότι είσαι αρκετά μεγάλος για να καταλαβαίνεις τι πρόκειται να κάνεις. Πόσες ευθύνες επωμίζεσαι και σε τι σοβαρούς κινδύνους μπαίνεις. Κάθισε σπίτι σου με αξιοπρέπεια. Μην γκρεμίζεις με μια κλωτσιά αυτό που χτίσαμε μαζί τόσα χρόνια. Μην ακούς τους κερδοσκόπους και τους προσκυνημένους. Μη ρίχνεις στο βούρκο το όνομά σου και το όνομα των παιδιών σου, που σε λίγο θα ντρέπονται για σένα. Κάνε τον άρρωστο. Φύγε για το εξωτερικό. Εκεί μπορείς ν’ αρχίσεις μια καινούργια καριέρα. Η Μελίνα σε περιμένει. Γιατί αν εσύ ο Μπιθικώτσης, το πρωτοπαλίκαρο του Θεοδωράκη, γίνεις επίσημος τραγουδιστής της Δικτατορίας τραγουδώντας αυτό το άθλιο κατασκεύασμα θα πρέπει να ξέρεις ότι θα γίνεις ο πιο αχάριστος και τιποτένιος προδότης που γέννησε ο Λαός μας. Στο όνομα της φιλίας μας και για χάρη της γυναίκας σου, των παιδιών σου και όλων των αμέτρητων φίλων μας, σε ικετεύω να μ’ ακούσεις για τελευταία φορά. Μετά την Πέμπτη θα είναι αργά. Πάρα πολύ αργά. (Υπογραφή: Μίκης Θεοδωράκης) Αθήναι, Ιούλιος 1967».
Ο τραγουδιστής της «Ρωμιοσύνης» και του «Άξιον Εστί», εκτός από Ρίτσο και Ελύτη, αξιώθηκε τελικά να τραγουδήσει και… Ηλία Καραμανέα, κονφερασιέ και στιχουργό του «Ύμνου» της δικτατορίας, σε μουσική του αρχιμουσικού Α. Ρεμούνδου. Την Πέμπτη 13 Ιουλίου 1967 σε μια καλλιτεχνική βραδιά υπό την αιγίδα του Κεντρικού Ραδιοφωνικού Σταθμού Ενόπλων Δυνάμεων, στο κέντρο «Δειλινά» της Γλυφάδας, η Βίκυ Μοσχολιού και ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης τραγούδησαν, σε πρώτη εκτέλεση, τον Ύμνο της δικτατορίας:
«Μέσα στ’ Απρίλη τη γιορτή,
το μέλλον χτίζει η νιότη
αγκαλιασμένη, δυνατή,
μ’ εργάτη, αγρότη, φοιτητή
και πρώτο το στρατιώτη…».
Επικρατεί η εντύπωση πως η χούντα πρώτη απαγόρευσε τη μουσική του Θεοδωράκη. Για την ακρίβεια όμως, η απαγόρευση έγινε λίγους μήνες πριν από τη δικτατορία, επί κυβερνήσεως Παναγιώτη Κανελλόπουλου, αλλά αφορούσε τη μετάδοση της μουσικής από το ραδιόφωνο που τότε ήταν μόνο κρατικό. Η δικτατορία απλώς επεξέτεινε την απαγόρευση προς… όλα τα σημεία του ορίζοντος. Εκτός, δηλαδή, από τις ραδιοφωνικές μεταδόσεις απαγόρευσε την κυκλοφορία των δίσκων, κάθε εκτέλεση, ακόμα και την ακρόαση!
Τότε κυκλοφόρησε και το ανέκδοτο: Ένας αστυνομικός πλησιάζει κάποιον ανύποπτο διαβάτη και, περπατώντας δίπλα του, του τραγουδάει ένα γνωστό τραγούδι του Θεοδωράκη. Αμέσως μετά τον συλλαμβάνει με την κατηγορία ότι… άκουγε Θεοδωράκη!
Ο αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Στρατού Οδυσσέας Αγγελής υπέγραψε στις 2 Ιουνίου 1967 μια ιστορική διαταγή: «Αποφασίσαμεν και διατάσσομεν: απαγορεύονται καθ’ άπασαν την Επικράτειαν και καθ’ οιονδήποτε τρόπον η μετάδοσις ή εκτέλεσις μουσικής και ασμάτων του κομμουνιστού Μίκη Θεοδωράκη, αρχηγού της κομμουνιστικής Νεολαίας Λαμπράκη, τα οποία, εκτός των άλλων, αποτελούν και μέσον συνδέσμου μεταξύ των κομμουνιστών. Επίσης απαγορεύονται οι ύμνοι των διαλυθεισών κομματικών νεολαιών. Οι παραβάται θα παραπέμπονται εις τα έκτακτα στρατοδικεία». Τρεις μέρες αργότερα, η διαταγή εξειδικεύεται: «Καθορίζεται ότι εις την απαγόρευσιν της παραγράφου 1α, της υπ’ αριθμ. 15/1 Ιουνίου 1967 προκηρύξεως, περιλαμβάνονται και η καθ’ άπασαν την Επικράτειαν αγοραπωλησία, το δάνειον και το χρησιδάνειον των δίσκων της μουσικής και των ασμάτων του κομμουνιστού Μίκη Θεοδωράκη».
Τέλος, λίγοι ίσως γνωρίζουν ότι το κείμενο της διαταγής του Αγγελή μελοποιήθηκε το 1968 από τον Γερμανό μουσικοσυνθέτη Paul Dessau και αποτέλεσε ένα έργο του για αφηγητή, μεικτή χορωδία και ορχήστρα, προς τιμήν του Μίκη Θεοδωράκη. Ως ευτράπελος επίλογος ας χρησιμέψει η παρακάτω είδηση που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Ελεύθερος Κόσμος» στις 12 Σεπτεμβρίου 1967: «Συνελήφθη και παρεπέμφθη εις τον Βασιλικόν Επίτροπον του Εκτάκτου Στατοδικείου Αθηνών η Αθανασία Π. Παναγοπούλου, ετών 23. Εις την οικείαν της, επί της οδού Ευελπίδων 37, είχεν τοποθετήσει εις το πικ απ της δίσκους του κομμουνιστού συνθέτου Μίκη Θεοδωράκη και μετέδιδε αυτούς εις μεγάλην έντασιν. Εις τας χείρας της κατεσχέθησαν 12 δίσκοι».
Μιχάλης Κωνσταντής

