Ο Επιτάφιος του Σαλού (διήγημα)

T Πάσχα κείνη τή χρονιά ρθε ργά. Τά χελιδόνια εχαν δη ρχίσει νά κτίζουν τίς φωλιές τους. Τά χελιδόνια ταν πάντοτε να μέτρο χρονικό. ν φταναν πρίν τό Πάσχα, τότε εχαμε καλοκαιριάτικο Πάσχα, ν χι, τό Πάσχα ταν χειμωνιάτικο. Κανείς βέβαια δέν μπορε νά γνωρίζει γιατί τά χελιδόνια ρχονται κάποια στιγμή. Εναι, μως, σίγουρο τι Πλάστης καί Δημιουργός τούς δωσε μιά σοφία πού εναι ρκετή γιά νά καταξιώσει τίς κινήσεις τους.

Μριος Σεβντάς δέν νδιαφερόταν βέβαια τόσο γιά τά χελιδόνια, λλο ταν στραμμένα τά νδιαφέροντά του. πωσδήποτε, μως, χάρηκε φέτος γιά τό Πάσχα πού γιορταζόταν μαγιτικα. Μριος δέν ταν κάποια κτακτη προσωπικότητα πού θά κανε κάποιον νά σχοληθε μαζί του. λλά χωρίς νά τό καταλάβει εχε κάνει λο τό Νιχρι νά σχολεται μαζί του. Σ᾿ ατό τό χωριό το νω Βοσπόρου, Μριος κατεχε μιά θέση δική του. Μιά θέση μοναδική. ταν γελωτοποιός το χωριο. Χωρίς νά τό θέλει. Χωρίς νά τό πιδιώκει. λοι γελοσαν μαζί του καί μόνο πού τόν βλεπαν. Τόν εχαν λίγο γιά χαζό, λίγο γιά κουτό καί λίγο γιά τεμπελάκο, φο δέν κανε μιά συγκεκριμένη ργασία. λλοτε καθάριζε ναν κπο, λλοτε κανε τά ψώνια κάποιας κυρς. Δουλειές λες το ποδαριο. Φτωχοζοσε. Δέν τόν νοιαζε μως. λοι γελοσαν μαζί του. Τόν πείραζαν. κενος ποτέ δέν θιγόταν. Πάντα εχε καί μιά πάντηση ετράπελη, χαριτωμένη.

Μριε, θά πς σήμερα γιά ψώνια;

Μριος δέν πάει πλς γιά ψώνια, εναι ψώνιο, παντοσε κενος. Τόν ρωτοσαν:

Μριε, πόσα χρόνια πγες σχολεο;

Πηγαίνω κάθε μέρα φο σχολάζω πό κάθε δουλειά, λεγε κενος. λλοτε το πέβαλαν τό δύσκολο ρώτημα:

Ποιός εναι πιό σπουδαος στό χωριό;

ποιος κάνει τά πιό σπουδαα πράγματα χωρίς νά τόν βλέπει κανείς, παντοσε κενος.

Εναι λήθεια πώς ατά πού λεγε δέν ταν πάντα στεα. λλά τό χωριό εχε συνηθίσει νά γελάει. Μόνο παπά ντώνης, φημέριος το γίου Νικολάου, τόν κουε μέ προσοχή. Μερικές φορές, μάλιστα, λεγε ελογημένος ατός ερέας:

Ατός δέν εναι λίθιος. Λέει λήθειες. Θεός, βέβαια, γνωρίζει πιό καλά.

Πράγματι, μόνο Θεός πρέπει νά γνώριζε τήν ρετή το Μριου. Μιά ρετή πού φωλιάζει μέσα στήν καρδιά μερικν νθρώπων καί κανείς δέν τήν ναγνωρίζει. Μιά ρετή πού χει παίτηση νά πε στόν λλο λήθειες χωρίς νά τόν θίξει. Προτιμς τότε νά σέ θεωρήσει λλος τρελό, παρά νά τόν τρελάνεις.

κείνη, λοιπόν, τή χρονιά, Μριος εχε χαρά μεγάλη γιά τό καθυστερημένο Πάσχα. Τό λεγε, ξάλλου, παντο.

Γιατί Μριε χαίρεσαι γιά τό καθυστερημένο Πάσχα;

Μά πειδή κεντάω. Πρέπει νά τελειώσω τό κέντημα.

Κι λα τά παιδιά γύρω σκαγαν στό γέλιο.

Τί σχέση χει τό κέντημα μέ τό Πάσχα; ρώτησε Μανλης μανάβης, πού ταν γνωστός γιά τό ντιεκκλησιαστικό του φρόνημα.

ση σχέση χεις καί σύ μέ τήν κκλησία, το λεγε Μριος, καμιά καί μεγάλη.

Τή σχέση, βέβαια, πού εχε τό κέντημα μέ τό Πάσχα τή γνώριζε καλά Μριος. Πρίν τρία χρόνια, στήν περιφορά το πιταφίου, μερικά πρόσεκτα παιδιά εχαν κάψει, παίζοντας, μιά μεγάλη κρη το πιταφίου. Εχε στενοχωρηθε πολύ κι παπά ντώνης. Πς θ᾿ γόραζε καινούργιο πιτάφιο; Τά σοδα το ναο ταν μετρημένα. Μόλις καί κάλυπταν τίς βασικές νάγκες. Στό τέλος τό ξεπέρασε. Δέν πειράζει, μιά φορά τό χρόνο ταν. Θά κάλυπτε μέ λουλούδια τό καμμένο μέρος. Κανείς δέν θά τό ᾿βλεπε. Μριος, μως, τό τόνισε:

Δέν μπορε νά εναι τρύπιος πιτάφιος. ρκετά σα καναν ο βραοι στό Χριστό.

πρεπε κάτι νά γίνει. Χρήματα δέν εχε. λλά εχε χέρια. Κάποτε δούλευε στό Πέρα πλάι σ᾿ ναν τεχνίτη κεντημάτων. Θά προσπαθοσε. Γιά τό Χριστό θά τό κανε. Δέν μπορομε κι μες νά μαρτυρομε γιά τό Χριστό; Θά εχε κόπο ατή στορία. πολόγιζε τρία χρόνια. πρεπε νά γίνει τέλειος. πιτάφιος θά ταν. Μεράκι χρειαζόταν. γάπη καί σεβντάς μέ μεράκι.

Γιά κενον μως θά τό ᾿κανε. Τρία χρόνια. Δέν πειράζει. κενος εχε κατέβει τρες μέρες στόν δη. Τί εναι τρία χρόνια δουλεις γιά τό Χριστό; Σ᾿ λη τή ζωή μας πρεπε νά δουλεύουμε γι᾿ Ατόν. Τρία χρόνια λίγα ταν.

Βρέ Μριε, πς πάει τό κέντημα; τόν ρωτοσαν στό χωριό, χωρίς καί ο διοι νά γνωρίζουν γιά ποιό κέντημα ταν λόγος.

Θά καταλάβεις πς πάει ν κεντήσεις στήν καρδιά, στό νο καί στό σμα σου τό Χριστό, παντοσε Μριος.

Πς θά Τόν κεντήσω;

Τί εμαι γώ; κκλησία; Τί μέ ρωτς; Νά πς σέ κανένα πνευματικό νά δες καί τό κεντητό τό πετραχήλι του καί θά καταλάβεις τί ννο, παντοσε Μριος.

λο τό χωριό γελοσε μέ τό μυστήριο ατό κέντημα. Τί τρέλα ταν πάλι κι ατή; Τά παιδιά στό δρόμο το χωριο τό γλεντοσαν μέ τό κέντημα. Τήν παθε, βέβαια, μέσα σ᾿ ατή τήν ξαψη τς φαντασίας, κι κυρά Κολα Πρφταινα. Κεντοσε μιά μέρα, στήν πόρτα τς αλς το σπιτιο της, κάτι τσεβρδες. Μόλις τά παιδιά τήν εδαν, ρχισαν νά φωνάζουν.

Τό κέντημα, τό κέντημα. χει πό τήν τρέλα το Μριου.

Εχε γίνει πολύ ναξιοπρεπές τό νά κεντς. λοι, μόλις βλεπαν να κέντημα, φερναν στό νο τους τό Μριο. Καί τότε, μέσως, σέ κατέτασσαν στή συνομοταξία τν τρελν. Καί τρελός δέν θά ᾿θελε κανείς νά εναι.

Τρία χρόνια Μριος δεινοπάθησε πό τίς κοροϊδίες. Τρία χρόνια δούλεψε σκληρά. σκήθηκε. Ξεπέρασε τόν αυτό του. ς γελοσαν λοι μαζί του. Δέν τόν πείραζε. Ατός δούλευε μυστική ργασία γιά τό Χριστό. Γιά τόν τάφο Του. Τί πιό μεγάλο μποροσε νά κάνει; ταν μιά μέρα θά πέθαινε, θά ᾿βλεπε μπροστά του, μέσα στόν τάφο του, τό Χριστό. Τί θά Το λεγε; Πς θά Τόν βλεπε; πρεπε νά προετοιμαστε γιά τόν τάφο του. πρεπε νά τόν κεντήσει πό τώρα στή ζωή του. Τήν μέρα λοι γελοσαν μ᾿ ατόν. Καί τό βράδυ κενος, πάνω πό τόν πιτάφιο, κλαιγε γιά λους. Γιά λα. Κάθε βελονιά καί δάκρυ. Κάθε βελονιά καί νας τάφος. Ατός πιτάφιος ταν πραγματικός πιτάφιος. Δουλεμένος μέ δάκρυα, γιά τόν κόσμο, γιά τίς μαρτίες του.

Πς πάει τό κέντημα, Μριε; ρωτοσαν ο φίλοι του.

Βρεγμένο εναι, παντοσε κενος, καί τά γέλια τράνταζαν τό γύρω χρο.

Τρία χρόνια κεντοσε Μριος. Κι γινε σάν τίς μυροφόρες, τή Μαρία τή Μαγδαληνή, τή Μαρία το Κλωπ, τήν λλη Μαρία. Καί ᾿κενος Μριος λεγόταν. Μύρα δέν εχε νά γίνει μυροφόρος. Τό κέντημα, μως, φέτος θά τό τελείωνε. Ετυχς καί τό Πάσχα ταν καλοκαιρινό. Ετυχς καί τά χελιδόνια ρθαν πρίν πό τό Πάσχα.

ρθε Μεγάλη βδομάδα. λα ταν φωτεινά. νοιξη στό ποκορύφωμά της. Κι Μριος τοιμος. τοιμος γιά νά καταθέσει τόν πιτάφιο κε πού πρεπε. Τρία χρόνια καί ζωή του εχε γίνει τάφος. Γιά τό Χριστό δούλευε. κόσμος πιό πολύ τόν κορόιδευε. τρελός, λίθιος, κουτός. Ναί, ατός ταν. Δέν μποροσε να χωριό νά χει ναν καμμένο πιτάφιο. Γιά τό χωριό δούλευε. Γιά νά χουν τό Χριστό.

Τή Μεγάλη Παρασκευή τό πρωί Μριος πρε τόν πιτάφιο στήν πλάτη του. Καί βγκε στό δρόμο. ρχισε νά γυρνάει γύρω γύρω στίς πλατεες καί στούς δρόμους ψάλλοντας τό « ζωή ν τάφ». Τό χωριό σηκώθηκε στό πόδι. Τί τρέλα ταν πάλι κι ατή;

Μριε, τό βράδυ θά βγε πιτάφιος, τί κάνεις κε;

νοίγω δρόμο στό Χριστό. Γιά νά μήν σς ρθει ξαφνικά τό βράδυ καί δέν τόν προλάβετε. Γιά νά τοιμάζεστε πό τώρα. Τάφος θά περάσει πό δ τό βράδυ. Πρέπει νά προετοιμαστες γιά νά τόν ντέξεις.

«ζωή ν τάφ», καί πάλι καί ξανά. Μέχρι πού φτασε στήν κκλησία. Μπκε στό ερό τήν ρα πού νεγιγνώσκοντο ο μεγάλες ρες. Στάθηκε μπροστά στόν παπά ντώνη.

Πάρε ατό πό ναν τρελό καί χαζό. νας τάφος πως πρέπει γιά τό Χριστό. σο τόν φτιαχνα τόσο πιό πολύ ξεκουραζόμουν. Μήν πες σέ κανένα πώς γώ τόν φτιαξα. Στόν τάφο του καθένας εναι μόνος μπροστά στό Χριστό. Οτε ο παινοι τν νθρώπων, μά οτε καί κοροϊδία τους χουν σημασία. Σημασία χει νά κεντήσεις κάτι γιά τό Χριστό στή ζωή. Συγχώρα με τόν τρελό, χρονιάρα μέρα καί σέ διδάσκω. γώ γράμματος. γώ λίθιος, χαμένος. Κάνε μιά προσευχή γιά μένα.

κενο τό βράδυ περιφορά το πιταφίου γινε μέ λαμπρότητα. καινούργιος πιτάφιος φάνταζε μέ μεγαλοπρέπεια. πατήρ ντώνιος κατά τή διάρκεια τς περιφορς, νιωσε πολλές φορές εωδία νέκφραστη νά τόν περιτυλίγει. πιτάφιος εχε πάνω του λουλούδια. Μά ποτέ λουλούδια δέν μύρισαν τόσο ραα, τόσο οράνια. Στό τέλος τς πομπς κι Μριος, μυροφόρος, Σεβντάς.

Μριε, τί κεντς;

Ο, τώρα πιά τελείωσε, τό πρε τό κέντημα Χριστός στόν τάφο Του. Μήν τά ρωτς. Κάνε καμιά προσευχή καί γιά μένα τόν τρελό. Κάνε μιά προσευχή γιά νά ᾿χουμε καλή ζωή «ν τάφ».

Πηγή: https://istologio.org/

Ατοτελές πόσπασμα μέσα πό το βιβλίο «Τό σταυροδρόμι τς καρδις μου», Σελίδες 41-48, κδόσεις «Φιλοκαλία», Μάϊος 2002.

Αναδημοσίευση από: Φλόγα