Οι ισχυροί του κόσμου, ο «μαύρος χρυσός» και το Ιράν στο ίδιο έργο… θύμα – Του Μιχάλη Κωνσταντή

Συναδέλφισσες – Συνάδελφοι,

Το Ιράν βρίσκεται ξανά στο επίκεντρο μιας επικίνδυνης γεωπολιτικής δίνης, καθώς ο πόλεμος που μαίνεται σήμερα στη Μέση Ανατολή επαναφέρει με δραματικό τρόπο μακροχρόνιες αντιθέσεις και ανταγωνισμούς. Η χώρα αποτελεί, ουσιαστικά, έναν κομβικό κρίκο σε μια αλυσίδα εξελίξεων που συνδέονται άμεσα με την ενέργεια, τους διεθνείς συσχετισμούς και τον έλεγχο στρατηγικών διαδρόμων, όπως τα Στενά του Ορμούζ. Μέσα σε αυτό το εκρηκτικό περιβάλλον, το Ιράν βρίσκεται για άλλη μια φορά στο στόχαστρο, με τις εξελίξεις να απειλούν όχι μόνο την ίδια τη σταθερότητά του, αλλά και την ευρύτερη ισορροπία στην περιοχή.

Η συγκυρία αυτή δεν είναι ιστορικά πρωτόγνωρη. Αντιθέτως, παραπέμπει σε επαναλαμβανόμενα μοτίβα, όπου το Ιράν μετατρέπεται σε πεδίο σύγκρουσης ισχυρών δυνάμεων, με βασικό διακύβευμα τον έλεγχο του «μαύρου χρυσού» και της γεωπολιτικής επιρροής.

Ο νομικός, δημοσιογράφος, πολιτικός και κοινωνικός αναλυτής, καθώς και εκλεκτό μέλος της Ιονικής Οικογένειας, αγαπητός Μιχάλης Κωνσταντής, επιχειρεί μέσα από την εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ιστορική ανάλυσή του να εξηγήσει πώς ο σημερινός πόλεμος, με τις άμεσες και έμμεσες εμπλοκές μεγάλων δυνάμεων, αναδεικνύει ξανά το ρόλο του Ιράν ως κρίσιμου παράγοντα στο παγκόσμιο σύστημα ισχύος. Άλλωστε, η κατανόηση των τρεχουσών εξελίξεων δεν μπορεί ποτέ να είναι αποκομμένη από την ιστορική διαδρομή των περιοχών και των λαών τους, καθώς το Ιράν φαίνεται να επιστρέφει διαρκώς στο «ίδιο έργο», πληρώνοντας το τίμημα παγκόσμιων ανταγωνισμών που το υπερβαίνουν.


ΟΙ ΙΣΧΥΡΟΙ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ, Ο «ΜΑΥΡΟΣ ΧΡΥΣΟΣ» ΚΑΙ ΤΟ ΙΡΑΝ ΣΤΟ ΙΔΙΟ ΕΡΓΟ… ΘΥΜΑ

Η ιστορία επαναλαμβάνεται δύο φορές: την πρώτη ως φάρσα και τη δεύτερη ως τραγωδία, κατά τον ιδρυτή του επιστημονικού σοσιαλισμού, Καρλ Μαρξ, ο οποίος ανέπτυξε τον διαλεκτικό και ιστορικό υλισμό ως μεθοδολογική βάση για την ανάλυση της κοινωνίας. Η ιστορία στο Ιράν επαναλαμβάνεται 80 χρόνια μετά ως τραγωδία -πάλι για το πετρέλαιο, κατά βάση- καθώς και τότε, το 1946, έλαβε χώρα μια «μετωπική» σύγκρουση ΗΠΑ-ΕΣΣΔ, που ήταν και η πρώτη στην έναρξη του Ψυχρού Πολέμου.

Πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι ο λαός της Περσίας, με ιστορία 3.000 χρόνων, είναι ένα περήφανος λαός. Δυστυχώς, όμως, τα τελευταία 100-150 χρόνια άγεται και φέρεται ανάμεσα στους δύο εναλλασσόμενους δυνάστες του: τους Σάχηδες και τους Μουλάδες. Αυτό δεν είναι φυσικά λόγος να μην καταδικάζεται, καθημερινά, η άθλια και απάνθρωπη επίθεση Αμερικάνων και Ισραηλινών, στο Ιράν. Καθώς για άλλη μια φορά, οι ΗΠΑ, έχουν ως κεντρικό στόχο τον «μαύρο χρυσό» και την ηγεμονία στην ευαίσθητη (από οικονομική και γεωπολιτική άποψη), περιοχή των χρυσοφόρων κοιτασμάτων και των στενών του Ορμούζ.

Και εδώ ακριβώς έγκειται το ιστορικό βάθος της φράσης ότι «η ιστορία επαναλαμβάνεται». Όχι επειδή τα γεγονότα αντιγράφονται μηχανικά, αλλά επειδή οι μεγάλες γεωπολιτικές σταθερές επιστρέφουν. Το Ιράν επανέρχεται ξανά και ξανά ως πεδίο ανταγωνισμού των μεγάλων δυνάμεων, καθώς οι ισχυροί του κόσμου ενδιαφέρονται, πρωτίστως, για το ποιος θα ορίσει τα όρια της επιρροής του στην πολύπαθη περιοχή. Ως εκ τούτου, η διεθνής κοινότητα επανέρχεται και επαναφέρει εκ νέου το ερώτημα, αν το ιρανικό ζήτημα είναι εσωτερικό, περιφερειακό ή παγκόσμιο.

Κυρίως, όμως, επανέρχεται το ίδιο θεμελιώδες κίνητρο, ο έλεγχος των πηγών ενέργειας και των δρόμων από τους οποίους αυτές οι πηγές διοχετεύονται προς τον υπόλοιπο κόσμο. Όπως και σήμερα, έτσι και πριν από 80 χρόνια το πετρέλαιο δεν ήταν μια δευτερεύουσα λεπτομέρεια της πρώτης μεγάλης κρίσης του Ψυχρού Πολέμου. Ήταν ένα από τα βασικά υπόβαθρα της κρίσης. Το Ιράν ήταν σημαντικό επειδή κάτω από το έδαφός του -και γύρω από τη γεωγραφική του θέση- βρισκόταν ένα από τα κλειδιά της παγκόσμιας ισχύος. Επιπροσθέτως, το Ιράν, δεν ήταν τότε ένα σταθερό, ενιαίο και αδιαμφισβήτητα κυρίαρχο κράτος. Ήταν μια χώρα σε συνθήκες σχεδόν ημι-κατοχής, με ξένα στρατεύματα που μόλις άρχιζαν να αποχωρούν, με αποσχιστικές κινήσεις να βρίσκονται σε εξέλιξη και με το κεντρικό κράτος να είναι δέσμιο και υπόλογο στις μεγάλες δυνάμεις της εποχής.

 

Η μεγάλη κρίση στα πρώτα χρόνια του ψυχρού πολέμου

Υπάρχουν στιγμές στην ιστορία που όσο κι αν αλλάζουν τα πρόσωπα, οι σημαίες, τα σύνορα και οι διεθνείς οργανισμοί, ο πυρήνας της σύγκρουσης είναι σχεδόν ίδιος. Το Ιράν υπήρξε μία από αυτές τις περιπτώσεις. Πριν ακριβώς 80 χρόνια, στα τέλη Μαρτίου του 1946, όταν ακόμα ο κόσμος προσπαθούσε να σταθεί όρθιος πάνω στα ερείπια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η πρώτη μεγάλη μεταπολεμική σύγκρουση ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Σοβιετική Ένωση ξέσπασε στον ΟΗΕ με αφορμή την κατάσταση στην Περσία, το σημερινό Ιράν. Ήταν η πρώτη καθαρή προειδοποίηση ότι ο πόλεμος είχε τελειώσει, αλλά η παγκόσμια σύγκρουση ισχύος μόλις άρχιζε. Τα γεγονότα που έγιναν στις συνεδριάσεις του ΟΗΕ το διάστημα από 26 Μαρτίου μέχρι 5 Απριλίου ήταν μία ξεκάθαρη προειδοποίηση πως ο κόσμος δεν θα ησύχαζε ποτέ, όσο κάτω από το Ιράν υπάρχουν τα τεράστια κοιτάσματα πετρελαίου.

Η ρίζα της κρίσης βρισκόταν στα χρόνια του πολέμου. Η Βρετανία και η Σοβιετική Ένωση είχαν εισβάλει στο Ιράν για να ελέγξουν τις γραμμές ανεφοδιασμού και να διασφαλίσουν τη στρατηγική σταθερότητα της περιοχής. Μετά την νίκη των Ρώσων και των συμμαχικών δυνάμεων, η συμφωνία για τη χώρα προέβλεπε ότι μετά τη λήξη του πολέμου τα ξένα στρατεύματα θα αποχωρούσαν. Όταν έφτασε η ώρα της εφαρμογής, οι Βρετανοί άρχισαν να υποχωρούν, ενώ οι Σοβιετικοί έβρισκαν προφάσεις και  καθυστερούσαν να εγκαταλείψουν το βόρειο Ιράν, κυρίως το ιρανικό Αζερμπαϊτζάν.

Η καθυστέρηση αυτή δεν ήταν μια τεχνική λεπτομέρεια. Συνοδευόταν από ενεργή στήριξη σε αυτονομιστικές κινήσεις και από ισχυρές πιέσεις προς την Τεχεράνη για πετρελαϊκά ανταλλάγματα. Με άλλα λόγια, η Μόσχα δεν έδειχνε απλώς απροθυμία να φύγει. Έδειχνε διάθεση να μετατρέψει τη στρατιωτική παρουσία της σε γεωπολιτικό κεκτημένο. Και σίγουρα, πίσω από όλα αυτά υπήρχε σε μεγάλο βαθμό και το πετρέλαιο. Το Ιράν δεν ήταν μόνο ένας γεωγραφικός διάδρομος ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση, ούτε μόνο μια χώρα-σύνορο δίπλα στη Σοβιετική Ένωση. Ήταν και μια περιοχή με τεράστια ενεργειακή σημασία.

Η Βρετανία είχε ήδη ζωτικά συμφέροντα στο ιρανικό πετρέλαιο, ενώ η Σοβιετική Ένωση επιδίωκε να αποκτήσει δικά της πετρελαϊκά προνόμια στο βόρειο Ιράν, ώστε να μην αφήσει ολόκληρο τον ενεργειακό πλούτο της χώρας να περάσει στη βρετανική ή γενικότερα στη δυτική σφαίρα επιρροής. Το ζήτημα, επομένως, δεν ήταν μόνο ιδεολογικό ή στρατιωτικό. Ήταν και οικονομικό, βαθιά στρατηγικό και απολύτως συνδεδεμένο με τον έλεγχο των πηγών ενέργειας σε μια περιοχή που ήδη τότε θεωρούνταν κρίσιμη για τη διεθνή ισορροπία. Γι’ αυτό και το Ιράν μετατράπηκε τόσο νωρίς σε επίκεντρο της μεταπολεμικής αντιπαράθεσης.

Για τη Μόσχα, το βόρειο Ιράν, στο υπογάστριο της αχανούς ΕΣΣΔ, αποτελούσε μια ζώνη ασφαλείας, αλλά και μια πιθανή πύλη σε ενεργειακά οφέλη. Για τη Βρετανία, το Ιράν ήταν ζωτικής σημασίας για την αυτοκρατορική της παρουσία και για την ενεργειακή της επιβίωση. Για τις ΗΠΑ, που έμπαιναν πια δυναμικά στη μεταπολεμική παγκόσμια σκακιέρα, η σοβιετική πίεση στο Ιράν δεν έμοιαζε απλώς με περιφερειακή διένεξη, αλλά με δοκιμή ισχύος σε μια περιοχή όπου το πετρέλαιο και η πολιτική κυριαρχία σχημάτιζαν ήδη έναν αξεδιάλυτο κόμβο. Μπροστά σε αυτή την πίεση, η ιρανική κυβέρνηση προσέφυγε στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ για να δώσει λύση στο θέμα. Η προσφυγή είχε τεράστια σημασία, διότι έθετε ένα κρίσιμο ερώτημα για τη μεταπολεμική τάξη. Θα μπορούσε ένας μεγάλος νικητής του πολέμου να κρατά υπό πίεση ένα μικρότερο κράτος και να το παρουσιάζει ως διμερές ζήτημα, ή η διεθνής κοινότητα θα παρέμβαινε;

Οι Ηνωμένες Πολιτείες, με κύριο εκφραστή τον υπουργό Εξωτερικών Τζέιμς Φ. Μπερνς, πήραν αμέσως θέση υπέρ της Τεχεράνης, για ευνόητους λόγους. Η αμερικανική γραμμή ήταν σκληρή. Το θέμα έπρεπε να παραμείνει στην ημερήσια διάταξη του ΟΗΕ ώσπου να αποχωρήσουν άμεσα και με αποδείξεις οι σοβιετικές δυνάμεις από το Ιράν. Για την Ουάσιγκτον, η υπόθεση δεν αφορούσε μόνο το Ιράν. Αφορούσε και το αν η ΕΣΣΔ επιχειρούσε να δοκιμάσει τα όρια της μεταπολεμικής ανοχής της Δύσης και να αποκτήσει στρατηγικό και ενεργειακό πλεονέκτημα σε μια κομβική περιοχή. Ακριβώς εκεί εμφανίστηκε η μεγάλη διπλωματική σύγκρουση. Ο Αντρέι Γκρομίκο, εκπροσωπώντας τη Σοβιετική Ένωση, υποστήριζε ότι το πρόβλημα ήταν αυστηρά διμερές, ότι η Μόσχα βρισκόταν ήδη σε συνομιλίες με την Τεχεράνη και ότι ο ΟΗΕ δεν είχε κανέναν λόγο να εμπλακεί.

Στα τέλη Μαρτίου του 1946, η σύγκρουση κορυφώθηκε. Ο Μπερνς πίεζε να συνεχιστεί η συζήτηση στον ΟΗΕ. Ο Γκρομίκο απαιτούσε να αποσυρθεί το θέμα. Η Ουάσιγκτον έβλεπε πίσω από τη σοβιετική επιμονή μια οργανωμένη προσπάθεια επέκτασης επιρροής στη Μέση Ανατολή, σε μια εποχή όπου τα μεταπολεμικά σύνορα ισχύος δεν είχαν ακόμη παγιωθεί. Η Μόσχα, από την άλλη, αντιμετώπιζε την αμερικανική επιμονή ως προσπάθεια περιορισμού της σοβιετικής επιρροής ακριβώς τη στιγμή που η ΕΣΣΔ επιχειρούσε να μετατρέψει τη στρατιωτική της νίκη σε στρατηγικό βάθος, πολιτική διείσδυση και πιθανή πρόσβαση σε ενεργειακά οφέλη. Η ατμόσφαιρα έγινε τόσο φορτισμένη ώστε σε μία από τις συνεδριάσεις, ο Γκρομίκο αποχώρησε από το Συμβούλιο Ασφαλείας, στέλνοντας το μήνυμα ότι η σοβιετική διπλωματία δεν δεχόταν να δικαστεί από ένα διεθνές όργανο για ένα ζήτημα που θεωρούσε μέρος της δικής της σφαίρας ασφάλειας.

Το επεισόδιο αυτό δεν έμεινε στη λεπτομέρεια των πρακτικών του ΟΗΕ. Αντιθέτως, καταγράφηκε από πολλούς ιστορικούς ως η πρώτη καθαρή κρίση του Ψυχρού Πολέμου. Παράλληλα αποκάλυψε την ουσία του νέου διεθνούς ανταγωνισμού όπου μια υπερδύναμη επιχειρούσε να εδραιώσει επιρροή με στρατιωτική παρουσία και πολιτική πίεση, ενώ η άλλη προσπαθούσε να το εμποδίσει χρησιμοποιώντας θεσμούς, διπλωματία και ανοιχτή γεωπολιτική αποτροπή.

Η ρήξη Μπερνς – Γκρομίκο δεν ήταν απλώς προσωπική. Ήταν η στιγμή που οι ΗΠΑ και η ΕΣΣΔ αντάλλαξαν τις πρώτες τους ανοιχτές, επίσημες και παγκόσμια ορατές θέσεις για το πώς θα μοιραζόταν ο κόσμος μετά το 1946. Τελικά, όταν η κρίση κορυφώθηκε και άπαντες οδηγήθηκαν σε αδιέξοδο ήταν η σειρά της παρέμβασης του Ιωσήφ Στάλιν. Βλέποντας την αμερικανική επιμονή, όσο και τον κίνδυνο να μετατραπεί η υπόθεση του Ιράν σε ευρύτερη διεθνή σύγκρουση, ο Στάλιν δέχθηκε την αποχώρηση των σοβιετικών στρατευμάτων. Η αποχώρηση ολοκληρώθηκε λίγο αργότερα, παρότι η σοβιετική πλευρά επιχείρησε μέχρι τέλους να εξασφαλίσει ανταλλάγματα κυρίως στον τομέα του πετρελαίου. Στο τέλος, η Τεχεράνη ανέκτησε τον έλεγχο του βορείου Ιράν και το σοβιετικό σχέδιο δεν ευδοκίμησε. Αυτό δεν σήμαινε ότι η κρίση έκλεισε απλώς υπέρ μιας κυβέρνησης. Σήμαινε ότι είχε δοκιμαστεί για πρώτη φορά στην πράξη η μεταπολεμική ισορροπία: μέχρι πού μπορούσε να φτάσει η ΕΣΣΔ και πού αποφάσιζαν οι ΗΠΑ να τραβήξουν τη γραμμή.

Για να κατανοήσει κανείς όμως το πραγματικό μέγεθος αυτής της κρίσης, πρέπει να δει τι ακριβώς ήταν το Ιράν τον Μάρτιο του 1946. Η χώρα δεν βρισκόταν τότε υπό το καθεστώς των μουλάδων, όπως το γνώρισε ο κόσμος μετά το 1979. Ούτε ήταν ένα κομμουνιστικό ή σοβιετοποιημένο κράτος. Επισήμως ήταν το Αυτοκρατορικό Κράτος του Ιράν, μια συνταγματική μοναρχία υπό τον σάχη Μοχάμεντ Ρεζά Παχλαβί. Ο νεαρός μονάρχης είχε ανέβει στον θρόνο το 1941, όταν οι Βρετανοί και οι Σοβιετικοί ανάγκασαν τον πατέρα του, Ρεζά Σαχ, να παραιτηθεί στο πλαίσιο της συμμαχικής κατοχής. Άρα, το Ιράν του 1946, ουσιαστικά παρέμενε βαθιά ευάλωτο, εξαρτημένο και πιεσμένο από τις μεγάλες δυνάμεις.

Στην πράξη, η εικόνα της εξουσίας στο Ιράν εκείνη την εποχή ήταν τριπλή. Στην Τεχεράνη υπήρχε το επίσημο κράτος, με κυβέρνηση και πρωθυπουργό τον Αχμάντ Καβάμ. Στο βόρειο Ιράν, ειδικά στο ιρανικό Αζερμπαϊτζάν, η εξουσία της Τεχεράνης ήταν έντονα περιορισμένη, καθώς εκεί δρούσε με σοβιετική υποστήριξη η λεγόμενη Λαϊκή Κυβέρνηση του Αζερμπαϊτζάν υπό τον Τζαφάρ Πισεβαρί. Και στην περιοχή του Μαχαμπάντ υπήρχε η βραχύβια Κουρδική Δημοκρατία του Μαχαμπάντ, επίσης υπό σοβιετική ανοχή ή στήριξη. Παράλληλα, οι σιίτες κληρικοί, ήταν ήδη σοβαρός κοινωνικός και πολιτικός παράγοντας. Είχαν βαθιές ρίζες στην καθημερινότητα, στη θρησκευτική εκπαίδευση, στα τοπικά δίκτυα επιρροής, στα βακούφια, στις αγορές και στη στενή σχέση τους με το παζάρι και τους εμπόρους. Όμως η επιρροή τους εκείνη την εποχή ήταν πρωτίστως κοινωνική και θρησκευτική και όχι τόσο πολιτική και στρατιωτική. Δεν ασκούσαν άμεση κρατική εξουσία, δεν κυβερνούσαν τη χώρα και δεν είχαν εγκαθιδρύσει θεοκρατικό καθεστώς, αλλά είχαν μεγάλη επιρροή.

Το κράτος του 1946 παρέμενε μοναρχικό, συγκεντρωτικό και συχνά προκαλούσε τριβές με τον κλήρο, αλλά δεν τον έφερνε ακόμα στο επίκεντρο της εξουσίας. Γι’ αυτό και η μεγάλη σύγκρουση εκείνου του Μαρτίου δεν ήταν μια αναμέτρηση «μουλάδων εναντίον κράτους», όπως συνέβη 33 χρόνια αργότερα. Ήταν κυρίως μια σύγκρουση ανάμεσα στο κεντρικό κράτος της Τεχεράνης, στη σοβιετική πίεση στο βόρειο Ιράν, στα αυτονομιστικά κινήματα σε Αζερμπαϊτζάν και Μαχαμπάντ, κυρίως όμως στο μεγάλο ανταγωνισμό Βρετανίας, ΕΣΣΔ και ΗΠΑ. Οι μουλάδες υπήρχαν ως υπολογίσιμη δύναμη, αλλά δεν ήταν οι πρωταγωνιστές της κρίσης. Είχαν επιρροή, όχι εξουσία τύπου καθεστώτος.

Εν κατακλείδι, αν κάτι διδάσκει 80 χρόνια μετά, εκείνος ο Μάρτιος του 1946, είναι ότι οι πρώτες μεγάλες συγκρούσεις του Ψυχρού Πολέμου δεν γεννήθηκαν μόνο στο Βερολίνο ή στην Ανατολική Ευρώπη, αλλά και στην Περσία. Εκεί όπου η αυτοκρατορική παρακμή, η στρατιωτική κατοχή, η πετρελαϊκή σημασία και ο ανταγωνισμός των υπερδυνάμεων συμπυκνώθηκαν σε ένα εκρηκτικό μείγμα. Και ίσως γι’ αυτό, αναφορικά με το Ιράν, η ιστορία επαναλαμβάνεται ως φάρσα και τραγωδία, με ανεξέλεγκτες συνέπειες για τους Ιρανούς, αλλά και για την παγκόσμια ασφάλεια και ειρήνη. Καθώς οι ισχυροί του κόσμου -για άλλη μια φορά- βάζουν στο μάτι του κυκλώνα τα τεράστια κοιτάσματα πετρελαίου της περιοχής. Με το Ιράν και τον πολύπαθο λαό του να είναι και πάλι τα συνήθη θύματα στο ίδιο έργο.

 

Μιχάλης Κωνσταντής