«Πρωταγόρας» και σοφιστές – Του Μιχάλη Κωνσταντή

Μας χαροποιεί ιδιαίτερα να φιλοξενούμε ακόμη ένα κείμενο του αγαπητού Μιχάλη Κωνσταντή. Ο νομικός, δημοσιογράφος, πολιτικός, κοινωνικός αναλυτής και βεβαίως εκλεκτό μέλος της Ιονικής Οικογένειας, Μιχάλης, με συνέπεια και πνευματική ανησυχία μας αποστέλλει κατά καιρούς άρθρα ποικίλου περιεχομένου, που αντλούν από την ιστορία, τη φιλοσοφία, τη λογοτεχνία και ξεφεύγουν από τα τετριμμένα, λειτουργώντας ως αφορμή για ουσιαστικό προβληματισμό και σκέψη.

Στο παρόν άρθρο, με αφετηρία τη σημερινή κρίση του δημόσιου λόγου και την τοξικότητα που χαρακτηρίζει ακόμη και τις πιο απλές μορφές διαλόγου, ο συγγραφέας μας οδηγεί στον πλατωνικό «Πρωταγόρα» και στη γόνιμη πνευματική αντιπαράθεση του σοφιστή με τον Σωκράτη. Μετά από μια παρουσίαση του ιστορικού πλαισίου, αναδεικνύονται ζητήματα όπως η δυνατότητα διδαχής της αρετής, ο ρόλος της γνώσης, η σχετικότητα της αλήθειας και η σημασία της πειθούς και του σεβασμού της διαφορετικής άποψης – ζητήματα που παραμένουν επίκαιρα ακόμα και σήμερα. Ένα κείμενο που δεν περιορίζεται στη φιλολογική αναφορά, αλλά μας προσκαλεί να στοχαστούμε πάνω στη δημοκρατία, το διάλογο και την ευθύνη της σκέψης στο σύγχρονο κόσμο.


 Ζούμε σε μια εποχή απόλυτης τοξικότητας και υποχώρησης του διαλόγου σε όλα τα επίπεδα (ακόμη και σε ζητήματα ήσσονος σημασίας), γι’ αυτό είπα να ανατρέξω στον «Πρωταγόρα» του Πλάτωνος και στην «πνευματική τιτανομαχία» του σοφιστή με τον Σωκράτη. Είναι, άλλωστε, κάτι που συχνά πράττω, προστρέχοντας στην επικουρία της αρχαιοελληνικής γραμματείας, προκειμένου να αντιμετωπίζω ανώδυνα κατά το μάλλον ή ήττον, την αβάσταχτη νεοελληνική ελαφρότητα -και ενίοτε, αθλιότητα- σε πλείστους όσους τομείς της επώδυνα δυσβάσταχτης καθημερινότητάς μας.

 

Ο Πρωταγόρας υπήρξε ο αρχαιότερος και ο πιο ονομαστός από τους επαγγελματίες σοφιστές. Καταγόταν από τα Άβδηρα της Θράκης και έζησε πιθανότατα μεταξύ του 480-420 π.Χ. Ήταν πολύ γνωστός στην Αθήνα που την είχε επισκεφθεί πολλές φορές. Γνωριζόταν με τον κύκλο του Περικλή και απ’ αυτόν πήρε την τιμητική εντολή να εκπονήσει το σύνταγμα για την πανελλήνια αποικία των Θουρίων που ιδρύθηκε το 444 π.Χ.

Ο Πρωταγόρας απέκτησε μεγάλη φήμη ως στοχαστής των πολιτικών και ηθικών προβλημάτων. Χωρίς να ανήκει σε καμία πολιτική μερίδα, χωρίς να αποπειραθεί να λάβει πολιτικό αξίωμα ή να αναζητήσει δύναμη για τον εαυτό του, παρέμεινε ένας επαγγελματίας σύμβουλος. Μόρφωνε τους άλλους, για να γίνουν καλύτεροι στην ιδιωτική και πολιτική τους σταδιοδρομία. Ως εκ τούτου και ήταν ο πιο κατάλληλος από τους σοφιστές για να συνδιαλλαχθεί με το Σωκράτη πάνω στο θέμα του «διδακτού της αρετής». Ο Πλάτων συχνά παρουσιάζει τον Πρωταγόρα στα έργα του και ασχολείται πολύ με την κριτική αντιμετώπιση των απόψεών του. Οι περισσότεροι μελετητές του πλατωνικού έργου συμφωνούν πως ο μεγάλος φιλόσοφος ποτέ δεν είχε σκοπό ν’ αμαυρώσει τη φήμη του Πρωταγόρα, τρέφοντας μεγάλο σεβασμό για τις απόψεις του, αν και δε συμφωνούσε μ’ αυτές.

Ξέρουμε και από τις πλατωνικές μαρτυρίες, αλλά και από άλλες Πηγές και αποσπάσματα, ποια ήταν η θεωρία που δίδασκε ο Πρωταγόρας. Στο περίφημο έργο του «Αλήθεια ή λόγοι νικητές» («Αλήθεια ή καταβάλλοντες»), αρχίζει με την πασίγνωστη ρήση: «Πάντων χρημάτων μέτρον άνθρωπος, των μεν όντων ως έστι των δε ουκ όντων ως ουκ έστιν». (Για όλα τα πράγματα μέτρο είναι ο άνθρωπος, και για το αν αυτά υπάρχουν και για το αν δεν υπάρχουν).

Για τον Πρωταγόρα δεν υπήρχε ορθό και λάθος απόλυτα και αντικειμενικά, ούτε ο ένας μπορούσε να διαψεύσει τον άλλο, διότι ο κάθε άνθρωπος είναι ο μόνος κριτής των αισθήσεων και των πεποιθήσεών του που είναι αληθινές για τον ίδιο, τόσο όσο του παρουσιάζονται ότι είναι. Η προσωπική φύση των αισθήσεών μας δε σημαίνει ότι όλα τα αισθητά χαρακτηριστικά συνυπάρχουν στην εξωτερική όψη ενός αντικειμένου, αλλά ο ένας συλλαμβάνει μερικά κι ο άλλος μερικά άλλα. Σημαίνει μάλλον πως δεν έχουν αντικειμενική υπόσταση, αλλά υπάρχουν όπως τα συλλαμβάνει ο καθένας και για εκείνον που τα συλλαμβάνει. Επομένως ο καθένας ζει σ’ ένα ιδιαίτερο, δικό του κόσμο κι η προσπάθεια ν’ αλλάξεις τον κόσμο του άλλου ανθρώπου θα μπορούσε να θεωρηθεί όχι μόνο αμφισβητήσιμη, αλλά αδύνατη. Αυτή τη δυσκολία θα μπορούσαμε κατά τον Πρωταγόρα να την υπερνικήσουμε, αν αντικαθιστούσαμε το σωστό και το λανθασμένο μ’ ένα υπόδειγμα από πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα.

Ανυποχώρητος ήταν ο σεβασμός του Πρωταγόρα στις δημοκρατικές αρετές της δικαιοσύνης, του σεβασμού της γνώμης των άλλων και των τρόπων του να πείθεις ειρηνικά τους άλλους. Αυτά αποτελούν τη βάση της κοινής ζωής και η κοινή ζωή είναι απαραίτητη για την επιβίωση των ανθρώπων. Ο νόμος και η πειθαρχία ήταν μέσα στη φύση μας εξαρχής, η συμφωνία όμως που τα επέβαλε ήταν καρπός της πικρής εμπειρίας, επειδή ήταν αναγκαία για τη συντήρησή μας στη ζωή. Ο σκοπός της διδασκαλίας του ήταν πρακτικός και σύμφωνος με τις ανάγκες του καιρού του. Κατά μεγάλο μέρος βασιζόταν στην τέχνη της πειθούς των λόγων, εξασκούσε τους μαθητές του να επιχειρηματολογούν και για τις δύο πλευρές μιας περίπτωσης και να παρέχουν παραδείγματα για ν’ αποδείξουν πως υπάρχουν αντίθετα για το κάθε θέμα. Κάτι τέτοιο ακριβώς ήταν και το πιο εκτεταμένο από τα έργα του (δύο βιβλία), οι «Λόγοι και Αντίλογοι» («Αντιλογίαι»).

Στον «Πρωταγόρα» του Πλάτωνα, ο Σωκράτης, φέρεται να εξιστορεί σε φιλικό πρόσωπο μια σημαντική συζήτηση που είχε λίγες ώρες πριν στο σπίτι του Καλλία με το διάσημο σοφιστή Πρωταγόρα. Λέει όσα ειπώθηκαν, ξεκινώντας με το πώς βρέθηκε εκεί. Κοιμόταν όταν ήρθε μέσα στα άγρια χαράματα και τον ξύπνησε ο Ιπποκράτης, ένας φίλος του, που τον ξεσήκωσε με πάθος να πάνε στο σπίτι του Καλλία γρήγορα γιατί εκεί φιλοξενείτο ο Πρωταγόρας. Ο Ιπποκράτης θέλει να γίνει μαθητής του σοφιστή και ο Σωκράτης αντιδρά, αλλά δέχεται να τον συνοδεύσει, πείθοντάς τον όμως να ξημερώσει πρώτα για να μην ενοχλήσουν. Στη λίγη ώρα που απομένει για να βγει ο ήλιος, ο Σωκράτης συζητά με τον Ιπποκράτη προσπαθώντας στην ουσία να του μεταβάλει γνώμη. Προσπαθεί να τον πείσει ότι πρέπει να είναι πιο προσεκτικός με τους ανθρώπους στους οποίους θέλει να εμπιστευτεί το μυαλό του και την ψυχή του.

Στη συνέχεια πηγαίνουν στο σπίτι του Καλλία μαζί με τον Αλκιβιάδη. Μαζί τους φτάνει εκεί και ο Κριτίας. Όταν μπαίνουν μέσα ο Σωκράτης αναφέρει όσους βρίσκονται εκεί και αρχίζει ο διάλογος με τον Πρωταγόρα. Μέσα από τη συζήτηση αναδεικνύονται οι πεποιθήσεις του σοφιστή φιλοσόφου και η αμφισβήτηση του Σωκράτη. Ο διάλογος επικεντρώνεται στο επίμαχο ζήτημα του κατά πόσον μπορεί η ηθική ή η αρετή να αποτελέσουν αντικείμενο επαγγελματικής διδασκαλίας. Στη συζήτηση παρεμβάλλεται κάποια στιγμή υπέρ του Σωκράτη και ο Αλκιβιάδης.

Όταν τελικά ο Σωκράτης και ο Ιπποκράτης συναντούν τον Πρωταγόρα, τον βρίσκουν περιτριγυρισμένο από πολλούς άλλους. Ο Σωκράτης ρωτάει αρχικά τον Πρωταγόρα σε τι συνίσταται η ωφέλεια που θα είχε ο φιλομαθής Ιπποκράτης από τη διδασκαλία του. Ο σοφιστής απαντάει πως το νέο μάθημα που θα διδάξει στον Ιπποκράτη είναι η Πολιτική Τέχνη, δηλαδή η μάθηση και η ικανότητα να διευθύνονται άριστα τα πράγματα, τόσο του ιδιωτικο-οικογενειακού όσο και του δημοσίου βίου. Ο Πρωταγόρας υπόσχεται πως μπορεί να διαπλάσει αγαθούς πολίτες. Ο Σωκράτης όμως έχει αντιρρήσεις και λέει πως αυτά που υπόσχεται να διδάξει ο Πρωταγόρας δεν είναι πράγματα διδακτά, αντλώντας επιχειρήματα από την πολιτική ζωή της πόλης. Στα επιχειρήματά του, ο Πρωταγόρας απαντά με ένα μύθο και έπειτα με την ερμηνεία του μύθου αυτού.

Ο μύθος του Πρωταγόρα παρουσιάζει με μελανά χρώματα την «πρώτη κατάσταση» του ανθρώπου εξαιτίας της ελαφρομυαλιάς του Επιμηθέα, όπου καμιά βασική ανάγκη δεν ικανοποιούνταν και η απλή επιβίωση ήταν καθημερινή αγωνία. Θεμελιακό μέρος αυτής της ομιλίας (λόγου) του Πρωταγόρα, απ’ όπου θα αντλήσει τις βασικές θέσεις για να ανατρέψει τη σωκρατική επιχειρηματολογία, είναι ο περίφημος μύθος που καταχώρησε ο Πρωταγόρας στο μη σωζόμενο έργο του, πιθανότατα, «Περί της πρώτης καταστάσεως».

Στον επίλογο του διαλόγου γίνεται μια ανακεφαλαίωση, όπου διαπιστώνεται πως τόσο ο Σωκράτης, όσο και ο Πρωταγόρας, μετέβαλαν τις απόψεις τους. Ο Σωκράτης αμφισβητεί αρχικά το διδακτικό της αρετής, τελικά όμως το παραδέχεται, αφού βρήκε την ουσία της αρετής, που αποτελείται από τη γνώση και την επιστήμη. Από την άλλη μεριά, ο Πρωταγόρας επέμεινε μεν στην αρχική του γνώμη για το διδακτό της αρετής, παραδέχτηκε όμως τη σωκρατική αντίληψη για την ενότητα της αρετής και δέχτηκε την ταύτισή της με την επιστήμη και τη γνώση.

Αφού ο Πρωταγόρας προηγουμένως υποστήριξε την ίδια άποψη, ο Σωκράτης τον ρώτησε, εάν κάποιος άνθρωπος θα έκανε κάτι κακό στον εαυτό του εν γνώσει και αν όχι γιατί κάποιοι άνθρωποι επιδίδονται σε καταχρήσεις που προσφέρουν μόνο προσωρινή απόλαυση. Αποφαίνονται δε γιατί δεν σκέφτονται την ύστερη ζημιά, όπως κάποια αντικείμενα φαίνονται μικρότερα από απόσταση και πως αν είχαν πλήρη γνώση θα έκαναν μόνο καλό. Άρα η καλοσύνη είναι γνώση, το ίδιο και η ανδρεία, αφού κολυμπάει σε πιο επικίνδυνα νερά αυτός που ξέρει καλύτερο κολύμπι και όχι αυτός που δεν ξέρει. Εάν όλα είναι γνώση λοιπόν, όλα είναι το ίδιο και ο Πρωταγόρας είναι αναγκασμένος να συμφωνήσει. Επισημαίνει, όμως, ότι εάν αυτό είναι αλήθεια, τότε η αρετή είναι διδακτή αφού είναι γνώση. Εν κατακλείδι, οι δύο συνομιλητές αλλάζουν θέσεις αμοιβαία, αφού ο ένας υιοθετεί την άποψη του άλλου και φεύγουν υποσχόμενοι να συνεχίσουν τη συζήτηση.

Στο διάλογο αυτό του Πλάτωνα, ο Πρωταγόρας παρουσιάζεται ως ειλικρινής, τίμιος και ευδιάθετος άνθρωπος. Τα επιχειρήματά του βασίζονται στην κοινή λογική, ενώ τα επιχειρήματα του Σωκράτη είναι περισσότερο δυσνόητα και παράδοξα. Ο διάλογος περιέχει την αξιοσημείωτη διαπίστωση του Πρωταγόρα ότι σε ένα ορθολογιστικό σύστημα, ο άνθρωπος τιμωρείται για να αποτραπεί από το να ξανακάνει κακό και όχι ως ανταπόδοση για την πράξη που έκανε.

Η θέση αυτή επρόκειτο να βρει τη δικαίωσή της πολλούς αιώνες αργότερα, στον ευρωπαϊκό Διαφωτισμό, που οδήγησε στη αναθεώρηση του μεσαιωνικού συστήματος απονομής ποινών. 

Μιχάλης Κωνσταντής