Τα Χριστούγεννα συγκροτούνται διαχρονικά πάνω σε ένα βασικό τριμερές, που δίνει νόημα και βάθος στη γιορτή. Πρώτα η θρησκευτικότητα: η πίστη, ο εκκλησιασμός, ο εσωτερικός στοχασμός, οι αξίες και η φιλοσοφία ζωής που γεννά η Γέννηση του Θεανθρώπου. Έπειτα οι παραδόσεις: το χριστουγεννιάτικο δέντρο και οι φωτισμοί, το οικογενειακό τραπέζι με τη γαλοπούλα και τα γλυκά, το τζάκι, η μάζωξη των ανθρώπων που μοιράζονται χρόνο, μνήμη και συναίσθημα. Και τέλος, τα σύμβολα του πνεύματος, εκείνα που υπερβαίνουν το έθιμο και τη συνήθεια και μετατρέπουν τα Χριστούγεννα σε ηθικό και πνευματικό γεγονός. Σε αυτή την τρίτη κορυφή στέκουν για τα Χριστούγεννα δύο κορυφαίες μορφές των Γραμμάτων: ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης και ο Κάρολος Ντίκενς.
Οι δύο αυτοί συγγραφείς, παρότι χωρισμένοι από γλώσσα, χώρα και παράδοση, συναντώνται ουσιαστικά στα κοινά βιώματα της φτώχειας, της ανέχειας και των σκληρών συνθηκών ζωής. Η λογοτεχνία τους είναι αφιερωμένη στους φτωχούς και τους κατατρεγμένους, στους ταπεινούς και τους απόκληρους· στους ανθρώπους που η κοινωνία προσπερνά. Με βαθύ ανθρωπισμό, στηλιτεύουν τη συσσώρευση του πλούτου, την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο και την αλλοτρίωση, φωτίζοντας το πιο ουσιαστικό νόημα της ύπαρξης: την αξιοπρέπεια, τη συμπόνια και την αγάπη.
Ο Παπαδιαμάντης, με ακόμη πιο ιδιότυπο και σύνθετο βλέμμα, ένωσε τη φτώχεια και την καθημερινότητα των απλών ανθρώπων με τη χριστιανοσύνη και τη μεταφυσική, τον ελληνισμό και τη φύση.
Ας δούμε πως περιγράφει ο ίδιος τη ζωή του σε ένα μικρό απόσπασμα:
“Ἐγεννήθην ἐν Σκιάθῳ, τῇ 4 Μαρτίου 1851. Ἐβγήκα ἀπὸ τὸ Ἑλληνικὸν Σχολεῖον εἰς τὰ 1863, ἀλλὰ μόνον τῷ 1867 ἐστάλην εἰς τὸ Γυμνάσιον Χαλκίδος, ὅπου ἤκουσα τὴν Α΄ καὶ Β΄ τάξιν. Τὴν Γ΄ ἐμαθήτευσα εἰς Πειραιᾶ, εἴτα διέκοψα τὰς σπουδάς μου καὶ ἔμεινα εἰς τὴν πατρίδα. Κατὰ Ἰούλιον τοῦ 1872 ὑπῆγα εἰς τὸ Ἅγιον Ὄρος χάριν προσκυνήσεως, ὅπου ἔμεινα ὀλίγους μῆνας. Τῷ 1873 ἦλθα εἰς Ἀθήνας καὶ ἐφοίτησα εἰς τὴν Δ΄ τοῦ Βαρβακείου. Τῷ 1874 ἐνεγράφην εἰς τὴν Φιλοσοφικὴν Σχολήν, ὅπου ἤκουα κατ’ ἐκλογὴν ὀλίγα μαθήματα φιλολογικά, κατ’ ἰδίαν δὲ ἠσχολούμην εἰς τὰς ξένας γλώσσας. Μικρὸς ἐζωγράφιζα Ἁγίους, εἶτα ἔγραφα στίχους, καὶ ἐδοκίμαζα νὰ συντάξω κωμῳδίας. Τῷ 1868 ἐπεχείρησα νὰ γράψω μυθιστόρημα. Τῷ 1879 ἐδημοσιεύθη Ἡ Μετανάστις ἔργον μου εἰς τὸ περιοδικὸνΣωτῆρα. Τῷ 1882 ἐδημοσιεύθη Οἱ ἔμποροι τῶν Ἐθνῶν εἰς τὸ Μη χάνεσαι. Ἀργότερα ἔγραψα περὶ τὰ ἑκατὸν διηγήματα, δημοσιευθέντα εἰς διάφορα περιοδικὰ καὶ ἐφημερίδας… Το έπ’ έμοι, ενόσω ζω, και αναπνέω καί σωφρονώ, δεν θα παύσω να υμνώ μετά λατρείας τον Χριστόν μου, να περιγράφω μετ’ έρωτος την φύσιν, καί να ζωγραφώ μετά στοργής τα γνήσια ελληνικά ήθη”.
Ο Ντίκενς, παιδί της βιομηχανικής αγγλικής κοινωνίας, μετέτρεψε τα προσωπικά του τραύματα σε παγκόσμιο κάλεσμα κοινωνικής δικαιοσύνης και ελπίδας:
“Αντικείμενο εργασίας μου ήταν να καλύπτω τα δοχεία με το βερνίκι: Πρώτα, με ένα φύλλο λαδόχαρτου και μετά με ένα κομμάτι μπλε χαρτιού. Μετά τα έδενα με σπάγγο και στο τέλος έκοβα κοντά και ταιριαστά το χαρτί, γύρω από το στόμιο, έτσι που έμοιαζε με δοχείο αλοιφής, που έβρισκε κανείς σε φαρμακείο. Όταν ολοκλήρωνα ένα συγκεκριμένο αριθμό πακεταρισμένων δοχείων, κολλούσα στο καθένα μια τυπωμένη ετικέτα και ξανάρχιζα από την αρχή. Δύο ή τρία άλλα αγόρια είχαν ανάλογα καθήκοντα στο ισόγειο με παρόμοιο μισθό. Ένα από αυτά, φορώντας μια κουρελιασμένη ποδιά και ένα χάρτινο καπέλο, ήρθε το πρωί της πρώτης μου Δευτέρας στην αποθήκη και μου έδειξε το κόλπο, με το οποίο έσφιγγε το σπάγγο και έδενε τον κόμπο. Ονομαζόταν Μπομπ Φάγκιν και πολύ αργότερα, λογοτεχνική αδεία, δανείστηκα το όνομά του στο μυθιστόρημα Όλιβερ Τουίστ…”.
Διάβαζε και έγραφε ασταμάτητα. Είναι ο πιο διαβασμένος συγγραφέας της αγγλόφωνης λογοτεχνίας. Έγραψε 15 μυθιστορήματα, 5 νουβέλες, εκατοντάδες διηγήματα και μη λογοτεχνικά άρθρα. Έδωσε έναν εκτεταμένο αριθμό διαλέξεων και ήταν στρατευμένος υπέρ των δικαιωμάτων των παιδιών, της εκπαίδευσης και άλλων κοινωνικών μεταρρυθμίσεων. Ανάμεσα στα βιβλία του ξεχωρίζουν: Όλιβερ Τουίστ, Ιστορία των δύο πόλεων, Μεγάλες προσδοκίες, Χριστουγεννιάτικη ιστορία (A Christmas Carol), Δαβίδ Κόπερφιλντ.
Και οι δύο, με διαφορετικά μέσα αλλά κοινή ψυχή, έκαναν τα Χριστούγεννα όχι απλώς γιορτή, αλλά πράξη ανθρωπιάς. Είναι δυνατόν, λοιπόν, να μη διαβάσουμε και Παπαδιαμάντη και Ντίκενς κατά την περίοδο των Χριστουγέννων;
Πηγή : alfavita.gr

