Για να μην πούμε το νερό… νεράκι! – Του συνάδελφου Σαράντου Φιλιππόπουλου

Σαράντος Φιλιππόπουλος

Το σημαντικότερο ίσως ζήτημα που θα απασχολήσει την παγκόσμια κοινότητα τον 21ο αιώνα είναι το νερό. Δυστυχώς, ένα τεράστιο ποσοστό του παγκόσμιου πληθυσμού εξακολουθεί να στερείται πρόσβασης σε καθαρό και ασφαλές πόσιμο νερό.

Σύμφωνα με στοιχεία του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, περίπου 2,1 δισεκατομμύρια άνθρωποι σε όλο τον κόσμο (δηλαδή ένας στους τέσσερις κατοίκους της Γης ή περίπου το 25% του παγκόσμιου πληθυσμού) — δεν έχουν πρόσβαση σε “ασφαλή διαχειριζόμενη” πηγή πόσιμου νερού.

Οι συνέπειες αυτής της έλλειψης είναι τραγικές: εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι χάνουν κάθε χρόνο τη ζωή τους από ασθένειες που σχετίζονται με το μολυσμένο ή ανεπαρκές νερό, ενώ εκατομμύρια άλλοι ζουν καθημερινά υπό το φάσμα της δίψας και της ανασφάλειας. Το θέμα της λειψυδρίας αποκτά ανησυχητικές διαστάσεις:

Ο οργανισμός UNESCO / UN-Water εκτιμά ότι 2 έως 3 δισεκατομμύρια άνθρωποι βιώνουν έλλειψη νερού για τουλάχιστον έναν μήνα τον χρόνο (μέχρι το 2050 ο αριθμός αυτός αναμένεται να αυξηθεί δραματικά).

Η έλλειψη πρόσβασης σε ασφαλείς υπηρεσίες πόσιμου νερού, υγιεινής και αποχέτευσης συνδέεται με το γεγονός ότι κάθε χρόνο περίπου 1,4 εκατομμύρια άνθρωποι πεθαίνουν από ασθένειες που σχετίζονται με ακατάλληλο νερό, αποχέτευση και υγιεινή.

Οι ανισότητες είναι μεγάλες: τα κράτη με χαμηλό εισόδημα, οι αγροτικές περιοχές, οι ευάλωτες κοινότητες (π.χ. μειονοτικές, ιθαγενείς) επηρεάζονται δυσανάλογα.

Σε “εύθραυστες” καταστάσεις, η κάλυψη για πόσιμο νερό είναι περίπου 38 ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερη από άλλες χώρες.

Περίπου 207 εκατομμύρια άνθρωποι ξοδεύουν πάνω από 30 λεπτά για να πάνε και να επιστρέψουν σε μια «βελτιωμένη» πηγή νερού.

Ήδη σε διάφορα σημεία του πλανήτη έχουν ξεσπάσει ή υποβόσκουν σοβαρές συγκρούσεις με αφορμή το νερό, γεγονός που καταδεικνύει πως το υδάτινο στοιχείο εξελίσσεται σε έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες γεωπολιτικής αστάθειας του 21ου αιώνα.

Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της Ινδίας και του Πακιστάν, όπου η διαχείριση των υδάτων του ποταμού Ινδού έχει αποτελέσει πηγή έντασης επί δεκαετίες. Αντίστοιχα, στην Αφρική, η διαμάχη μεταξύ Αιγύπτου, Αιθιοπίας και Σουδάν για το Μεγάλο Φράγμα της Αναγέννησης (GERD) στο Νείλο έχει δημιουργήσει σοβαρές πολιτικές και διπλωματικές εντάσεις, καθώς η Αίγυπτος φοβάται μείωση της ροής του ποταμού που αποτελεί τη βασική πηγή ζωής της χώρας.

Δεν είναι τυχαίο ότι το νερό έχει πλέον χαρακτηριστεί ως η δεύτερη μεγαλύτερη αιτία αναγκαστικού εκτοπισμού πληθυσμών παγκοσμίως, μετά τους πολέμους. Οι λεγόμενοι «πρόσφυγες του νερού» —άνθρωποι που εγκαταλείπουν τις εστίες τους λόγω λειψυδρίας, ερημοποίησης ή οικολογικής καταστροφής— αυξάνονται με ανησυχητικούς ρυθμούς, ιδίως σε περιοχές της Αφρικής, της Μέσης Ανατολής και της Νότιας Ασίας.

Το φαινόμενο αυτό συνδέεται άμεσα με την παγκόσμια κλιματική αλλαγή, η οποία προκαλεί μεταβολές στα υδρολογικά αποθέματα, ακραία καιρικά φαινόμενα, παρατεταμένες ξηρασίες και πλημμύρες.

Παράλληλα, η κατασπατάληση και η άνιση εκμετάλλευση των υδάτινων πόρων σε παγκόσμιο επίπεδο εντείνουν το πρόβλημα. Μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες καταναλώνουν τεράστιες ποσότητες νερού, συχνά σε περιοχές όπου οι τοπικές κοινότητες υποφέρουν από λειψυδρία. Η άνιση αυτή κατανομή όχι μόνο επιδεινώνει την περιβαλλοντική κρίση, αλλά και διαταράσσει τις κοινωνικές και οικονομικές ισορροπίες παγκοσμίως.

Η Ελλάδα και η απειλή της λειψυδρίας

Δυστυχώς, και η πατρίδα μας δεν μένει έξω από αυτήν τη δυσοίωνη πραγματικότητα, καθώς οι προβλέψεις για την κάλυψη των αναγκών σε νερό είναι ανησυχητικές έως ιδιαίτερα αρνητικές. Όπως συμβαίνει με ένα άλλο εξίσου κρίσιμο ζήτημα, το δημογραφικό, που έχει αφεθεί ουσιαστικά στον «αυτόματο πιλότο», έτσι και η επικείμενη απειλή της έλλειψης νερού φαίνεται να μην αντιμετωπίζεται με την απαιτούμενη σοβαρότητα και προνοητικότητα.

Ήδη σε αρκετές περιοχές της χώρας, όπου απαιτούνται σημαντικές ποσότητες νερού για ύδρευση ή άρδευση, η λύση δίνεται μέσω γεωτρήσεων. Ωστόσο, η συνεχής αναζήτηση νερού σε όλο και μεγαλύτερα βάθη οδηγεί στο φαινόμενο της υφαλμύρωσης, καθώς σε πολλές περιπτώσεις τα υπόγεια υδροφόρα στρώματα έχουν αρχίσει να καλύπτονται από θαλασσινό νερό.

Η Αργολίδα αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της κατάστασης, με πλήθος γεωτρήσεων που πλέον αντλούν υφάλμυρο νερό, γεγονός που επηρεάζει τόσο τη γεωργική παραγωγή, όσο και την ποιότητα ζωής. Παρόμοια φαινόμενα παρατηρούνται και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας με αυξημένες αρδευτικές ανάγκες, όπως στη Θεσσαλία, στην Ανατολική Κρήτη και σε νησιωτικές περιοχές του Αιγαίου.

 

– Η κρίση εντείνεται στο λεκανοπέδιο της Αττικής

Η απειλή της ουσιαστικής έλλειψης ύδατος επηρεάζει πλέον άμεσα ακόμη και την περιοχή της πρωτεύουσας, η οποία βρίσκεται σε ιδιαιτέρως κρίσιμη κατάσταση. Οι προβλέψεις για την κάλυψη των αναγκών σε νερό είναι ιδιαίτερα δυσοίωνες για την Αττική — μια περιοχή που συγκεντρώνει σχεδόν το ήμισυ του πληθυσμού της χώρας και επομένως έχει τεράστιες απαιτήσεις σε ύδρευση.

Στο παρελθόν και ειδικότερα στις αρχές της δεκαετίας του‘90, η Αθήνα είχε βρεθεί κυριολεκτικά αντιμέτωπη με την ξηρασία, καθώς η λίμνη του Μαραθώνα είχε σχεδόν αποστραγγιστεί, αφήνοντας την πρωτεύουσα χωρίς επαρκές νερό. Τότε, όλοι θυμόμαστε τις εκτεταμένες καμπάνιες εξοικονόμησης και τους αυστηρούς περιορισμούς στη χρήση νερού. Οι προσπάθειες που ακολούθησαν, σε συνδυασμό με τη βελτίωση των καιρικών συνθηκών και την κατασκευή σημαντικών έργων υποδομής, όπως το φράγμα του Μόρνου, έδωσαν μια σημαντική «ανάσα» στην υδροδότηση της πόλης — χωρίς ωστόσο να επιλύσουν οριστικά το πρόβλημα.

Σήμερα, οι συνέπειες της κλιματικής αλλαγής είναι πλέον ορατές και απειλητικές: μακρές περίοδοι ξηρασίας, μείωση των βροχοπτώσεων, αύξηση των θερμοκρασιών, αλλά και συνεχείς δασικές πυρκαγιές που καταστρέφουν τα δάση τα οποία συγκρατούν τα όμβρια ύδατα. Ταυτόχρονα, η εγκατάλειψη των υποδομών λόγω της πολυετούς οικονομικής κρίσης και η ραγδαία αύξηση των τουριστικών ροών τη θερινή περίοδο, έχουν φέρει την Αθήνα ξανά σε οριακό σημείο.

Επιπλέον, οι τεράστιες απώλειες νερού λόγω διαρροών στα δίκτυα αποτελούν μία από τις σοβαρότερες παθογένειες του υδροδοτικού συστήματος. Το δίκτυο της ΕΥΔΑΠ είναι σε μεγάλο βαθμό γηρασμένο, με σωλήνες που σε ορισμένες περιοχές ξεπερνούν τα 60 έτη ζωής, γεγονός που οδηγεί σε συνεχείς θραύσεις και απώλειες εκατομμυρίων κυβικών μέτρων. Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία, περίπου το 50% των διαθέσιμων ποσοτήτων νερού χάνεται μέσω διαρροών στο δίκτυο ύδρευσης της Αττικής — ενώ σε ορισμένες περιοχές το ποσοστό αυτό ξεπερνά το 60%. Παράλληλα, τα αποθέματα στα φράγματα που τροφοδοτούν την πρωτεύουσα έχουν μειωθεί δραματικά, καταγράφοντας πτώση έως και 63% σε σχέση με προηγούμενα έτη, λόγω της ξηρασίας και της μείωσης των χιονοπτώσεων.

 Πιο αναλυτικά:

Οι συνολικές αποθέσεις στα φράγματα που τροφοδοτούν την Αττική έχουν υποχωρήσει κατά 63% σε σχέση με προηγούμενες περιόδους λόγω παρατεταμένης ξηρασίας και έλλειψης επαρκούς χιονόπτωσης.

Το 2025 καταγράφεται ότι τα 4 κύρια φράγματα της Αττικής περιείχαν λιγότερο από 380 εκατομμύρια m³ νερού, ήτοι περίπου 25% της συνολικής δυναμικότητάς τους.

Τα δίκτυα διανομής παρουσιάζουν απώλειες έως και 62% στις πιο προβληματικές περιοχές — με το μέσο όρο σε αρκετά δίκτυα να αγγίζει το 35–40%.

Αντιλαμβάνεστε ότι η αξιοποίηση των κοινοτικών και εθνικών κονδυλίων θα έπρεπε να είχαν ήδη κατευθυνθεί στην ολοκληρωτική αλλαγή του γερασμένου, απαρχαιωμένου δικτύου της πρωτεύουσας. Δυστυχώς, όμως, αυτά τα κονδύλια πολλές φορές μπλέκονται σε γρανάζια διαφθοράς ή απορροφώνται από ενδιάμεσες δομές χωρίς να φτάνουν στα κρίσιμα έργα υποδομής.

Όλα αυτά καθιστούν επιτακτική την ανάγκη όχι μόνο για νέα έργα ενίσχυσης των υδάτινων πόρων, αλλά και για ριζική αναβάθμιση του δικτύου ύδρευσης, με στόχο τη μείωση των απωλειών, τη σωστή διαχείριση και τη βιωσιμότητα των αποθεμάτων. Διότι, χωρίς μια συνεκτική και μακροπρόθεσμη στρατηγική, η Αττική κινδυνεύει να βρεθεί ξανά αντιμέτωπη με το φάσμα της λειψυδρίας και ίσως αυτή η φορά θα έχει πολύ πιο οδυνηρές συνέπειες.

 

Η ανυπαρξία εθνικής στρατηγικής για το νερό

Λίγες είναι οι χώρες παγκοσμίως που έχουν πραγματικά αγγίξει το πρόβλημα της λειψυδρίας και έχουν προχωρήσει σε ουσιαστικά έργα υποδομής για την αντιμετώπισή του. Αντίθετα, η χώρα μας εξακολουθεί να πορεύεται χωρίς ένα μακροπρόθεσμο, εθνικό σχεδιασμό για τη διαχείριση των υδάτινων πόρων, παρ’ότι διαθέτει σημαντικά φυσικά πλεονεκτήματα που θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν.

Η Ελλάδα, με τους εκτεταμένους ορεινούς όγκους της, θα μπορούσε — εφόσον υπήρχε έγκαιρη πρόνοια και τεχνικός σχεδιασμός — να έχει αναπτύξει μεγάλα υδροφράγματα στους πρόποδες των βουνών, δημιουργώντας ταμιευτήρες νερού που θα εξασφάλιζαν την ύδρευση και άρδευση πολλών περιοχών. Ωστόσο, καμία σοβαρή πρωτοβουλία δεν έχει ληφθεί προς αυτήν την κατεύθυνση, με αποτέλεσμα πολύτιμα όμβρια ύδατα να χάνονται στη θάλασσα κάθε χρόνο.

Αντίστοιχα, στα νησιά, όπου οι ανάγκες είναι αυξημένες και οι υδάτινοι πόροι εξαιρετικά περιορισμένοι, θα μπορούσαν να λειτουργούν μονάδες αφαλάτωσης με σύγχρονη, περιβαλλοντικά φιλική τεχνολογία, ώστε να καλύπτονται τόσο οι μόνιμες ανάγκες των κατοίκων, όσο και εκείνες του τουριστικού υπερπληθυσμού που παρατηρείται κατά τους θερινούς μήνες. Παρά τις εξαγγελίες και τις ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις, οι περισσότερες τέτοιες μονάδες είτε δεν ολοκληρώθηκαν ποτέ, είτε λειτουργούν με περιορισμένη δυναμικότητα.

Αναμφίβολα, η τεχνολογία έχει προοδεύσει θεαματικά, ειδικά στον τομέα της άρδευσης, όπου έχουν επιτευχθεί επαναστατικές μέθοδοι (όπως οι έξυπνοι σταλακτήρες, οι αισθητήρες υγρασίας και τα συστήματα αυτόματης παροχής νερού), που επιτρέπουν την επίτευξη υψηλών αποδόσεων με πολύ λιγότερο νερό. Ωστόσο, αυτό από μόνο του δεν αρκεί, διότι σε ένα μεγάλο μέρος της ελληνικής επικράτειας δεν υπάρχει καν σύγχρονο αρδευτικό δίκτυο.

Παρά το γεγονός ότι έχουν εισρεύσει τεράστια κοινοτικά κονδύλια για τη βελτίωση των υποδομών και την αντιμετώπιση του αρδευτικού προβλήματος, μεγάλο ποσοστό αυτών δεν αξιοποιήθηκε αποτελεσματικά, είτε λόγω κακοδιαχείρισης, είτε λόγω διαφθοράς και τοπικών μικροσυμφερόντων. Έτσι, πολλές περιοχές της χώρας συνεχίζουν να εξυπηρετούνται με παρωχημένα συστήματα, όπως χωμάτινα αυλάκια, όπου η απώλεια νερού φτάνει έως και το 50%.

Μπορώ να το επιβεβαιώσω και από προσωπική εμπειρία από την περιφέρεια της Λακωνίας, απ’όπου κατάγομαι. Υπάρχουν σημεία όπου η προσπάθεια εκσυγχρονισμού έγινε με σοβαρότητα και όραμα, με αποτέλεσμα οι καλλιέργειες να αρδεύονται με σύγχρονα συστήματα και να επιτυγχάνονται θεαματικά αποτελέσματα, με επάρκεια νερού και υψηλή παραγωγικότητα. Ωστόσο, υπάρχουν και άλλες περιοχές όπου οι κοινοτικοί παράγοντες δεν διαχειρίστηκαν ούτε με διαφάνεια ούτε με αποτελεσματικότητα τους διαθέσιμους πόρους, με συνέπεια η διαχείριση του νερού να παραμένει ανεπαρκής και απαρχαιωμένη, θυμίζοντας πρακτικές του περασμένου αιώνα — με νεροφόρους και χωμάτινα αυλάκια να εξακολουθούν να αποτελούν καθημερινή πραγματικότητα.

 

Νερό: στοίχημα ζωής και επιβίωσης

Το ζήτημα της διαχείρισης του νερού δεν είναι ένα μακρινό ή θεωρητικό πρόβλημα, αλλά μια πραγματικότητα που ήδη χτυπά την πόρτα μας και θα τη βιώσει ακόμη πιο έντονα η νέα γενιά. Είναι, επομένως, αδιανόητο ένα τόσο κρίσιμο θέμα να μην εντάσσεται συστηματικά στη λειτουργία της εκπαίδευσης, από το σχολείο έως την πανεπιστημιακή και τεχνική κατάρτιση.

Τα παιδιά πρέπει να διδαχθούν έγκαιρα την αξία του νερού, τη σημασία της εξοικονόμησης, της ορθολογικής διαχείρισης και της περιβαλλοντικής ευθύνης. Η αλλαγή νοοτροπίας πρέπει να γεννηθεί μέσα από τη γνώση, τη συμμετοχή και τη συνείδηση. Το ζήτημα του νερού οφείλει να γίνει μαζικό αίτημα της κοινωνίας, κοινός στόχος και στάση ζωής. Πρέπει όλοι να κατανοήσουμε ότι το νερό δεν είναι πολυτέλεια, αλλά προϋπόθεση ύπαρξης!

Τα υδάτινα αποθέματα, τόσο στην πατρίδα μας, όσο και παγκοσμίως, δεν είναι ανεξάντλητα. Ήδη, σε πολλές περιοχές του πλανήτη, οι πηγές στερεύουν, τα υπόγεια ύδατα εξαντλούνται και τα ποτάμια μειώνουν δραματικά τη ροή τους. Εάν δεν αλλάξει η συλλογική μας νοοτροπία και αν δεν συνδεθεί άμεσα η προστασία του νερού με την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, τότε η ανθρωπότητα θα βρεθεί αντιμέτωπη με ένα αδιέξοδο χωρίς επιστροφή.

Και δεν πρέπει να έχουμε αυταπάτες: αν συνεχίσουμε έτσι, η Ελλάδα μπορεί να είναι ανάμεσα στις πρώτες χώρες της Ευρώπης που θα βιώσουν σοβαρές ελλείψεις νερού μέσα στις επόμενες δεκαετίες.

Αν δε θέλουμε να πούμε το νερό… νεράκι,

η ώρα της δράσης είναι ΤΩΡΑ!

 

Σαράντος Φιλιππόπουλος