Η θάλασσα φουρτουνιασμένη, το φορτίο βαρύ και δεν έχουμε καπετάνιο… – Άποψη του συνάδελφου Σαράντου Φιλιππόπουλου για τις πολιτικές εξελίξεις

Οι πολιτικές εξελίξεις είναι ραγδαίες και τα όσα διαδραματίζονται στο συμπυκνωμένο πολιτικό χρόνο των τελευταίων μηνών θα διαμορφώσουν την πορεία της χώρας μας προς ένα καλύτερο ή χειρότερο μέλλον.

Ένιωσα κι εγώ την ανάγκη και την υποχρέωση συνάμα να καταθέσω την πολιτική μου άποψη και θέση για τα τεκταινόμενα, το πολιτικό γίγνεσθαι, τις επικρατούσες συνθήκες, αλλά και για το πολιτικό τοπίο που θα διαμορφωθεί μετεκλογικά.

Πιστεύω, ότι όσοι παρακολουθείτε την αρθρογραφία μου μέχρι σήμερα, να έχετε αντιληφθεί ότι οι παρεμβάσεις μου για τις πολιτικές εξελίξεις υπήρξαν καίριες και διορατικές και έχουν επαληθευθεί σε σημαντικό βαθμό από τη σημερινή πολιτική πραγματικότητα.

Για να είμαι ειλικρινής θεωρώ ότι τα δεδομένα δυστυχώς συνεχίζουν να έχουν αρνητικό πρόσημο και σίγουρα δεν επιτρέπουν αισιόδοξες σκέψεις ως προς το άμεσο μέλλον.

Η οικονομία βρίσκεται σε απελπιστική ύφεση με τον πρωτοφανή, για ανεπτυγμένη ευρωπαϊκή χώρα, περιορισμό κίνησης κεφαλαίων (capital controls) σε ισχύ, ο κοινωνικός ιστός υπό διάλυση και οι πολύπαθοι πολίτες έχουν μείνει να παρακολουθούν αμήχανοι το ανεπαρκές και ακατάλληλο πολιτικό προσωπικό που είναι συνολικά ανήμπορο να σταθεί με αξιοπρέπεια στην κρισιμότητα των περιστάσεων. Οι “επαΐοντες” πρωταγωνιστές του πολιτικού γίγνεσθαι, με περισσή λαϊκιστική διάθεση, συνεχίζουν να υπόσχονται χωρίς αιδώ την επιστροφή στην πρόοδο και την ευημερία, αφήνοντας τα τραίνα να περνούν. Το μόνο τους μέλημα η εξουσία και οι μυωπικές, μικροκομματικές τακτικές που μας οδήγησαν για δεύτερη φορά μέσα σε 8 μήνες σε μία εκλογική διαδικασία, χωρίς να έχουν δημιουργηθεί οι προϋποθέσεις για να προκύψει μία σοβαρή, ρεαλιστική και αποτελεσματική πολιτική πρόταση.

Ανύπαρκτες θέσεις, μηδέν πρόγραμμα

Είθισται και επιβάλλεται σε κάθε λειτουργική δημοκρατία κατά τη διάρκεια μίας προεκλογικής περιόδου, κάθε κομματικός σχηματισμός να παρουσιάζει με σαφήνεια τις θέσεις και το πρόγραμμά του για την επόμενη μέρα, δίνοντας στους πολίτες την ευκαιρία να αποφασίσουν πού θα εμπιστευθούν την ψήφο τους.

Αφήνω στην άκρη το γεγονός ότι σε αυτές τις εκλογές-εξπρές η αποτελεσματική διάδοση των θέσεων των κομμάτων θα ήταν ούτως ή άλλως αδύνατη, γιατί η ζοφερή πραγματικότητα είναι ότι κατά βάθος δεν υφίστανται προγράμματα! Δυστυχώς, επί 5,5 χρόνια μας ταλαιπώρησε το ψευδεπίγραφο δίλημμα μνημόνιο-αντιμνημόνιο, διαβρώνοντας τον πολιτικό λόγο και απογυμνώνοντας τις θέσεις των κομμάτων από ουσιαστικά ζητήματα. Σήμερα που πιστεύω ότι η συντριπτική πλειονότητα των πολιτών έχουν συνειδητοποιήσει ότι επρόκειτο για μία ανόητη και άνευ ουσίας διάκριση, είναι πλέον εμφανές ότι αυτός ο διαχωρισμός είχε καταστροφικές συνέπειες, δημιουργώντας τεράστια προβλήματα στον υγιή δημόσιο διάλογο, κρατώντας ταυτόχρονα καθηλωμένη και την κοινωνία σε κενού περιεχομένου αντιπαραθέσεις.

Η συνειδητοποίηση του κούφιου αυτού διλήμματος βέβαια δε σημαίνει ότι αυτομάτως έβαλαν μυαλό οι επικεφαλής του πολιτικού μας μικρόκοσμου. Κάθε άλλο, παρά την κρισιμότητα της κατάστασης, όλα τα κόμματα που έχουν αξιοπρόσεκτη απήχηση και συγκεντρώνουν σοβαρές πιθανότητες να συνθέτουν το νέο Κοινοβούλιο, κατέρχονται σε αυτήν την αποφασιστική εκλογική μάχη χωρίς ξεκάθαρη πολιτική πρόταση, αγνοώντας θεμελιώδεις ανάγκες της πατρίδας και του λαού.

Έχουμε καταντήσει στο θλιβερό σημείο -γιατί περί κατάντιας και παρακμής πρόκειται- να έχει ευτελιστεί σε τέτοιο βαθμό ο πολιτικός βίος που αντί να γίνεται σοβαρός δημόσιος διάλογος και πολιτική αντιπαράθεση, κυριαρχούν πλέον η κούφια συνθηματολογία για το “παλιό” και το “καινούργιο” και οι προσωπικές επιθέσεις για… τον κοντό και τον ψηλό!!! Παρακολουθώντας την πολιτική σκηνή επί δεκαετίες, έχοντας αναμνήσεις από διάφορους πιθανούς και απίθανους πολιτικάντηδες, ειλικρινά αντίστοιχο έλλειμμα ουσιαστικής πολιτικής πρότασης πρέπει να προστρέξω ιστορικά πολλά χρόνια πίσω για να θυμηθώ!

  • Πέραν των γνωστών πεπατημένων των προηγούμενων εκλογικών αναμετρήσεων περί “εξορθολογισμού” του δημόσιου τομέα ή και περιορισμού του, κανείς δεν έχει καταθέσει συγκεκριμένο σχέδιο για το βαριά ασθενή της ελληνικής οικονομίας, με τις παρενέργειες της ασθένειας να συνεχίζουν να μολύνουν κάθε μεταρρυθμιστική απόπειρα για εξομάλυνση και πρόοδο. Και πώς βέβαια να συμβεί αυτό όταν οποιαδήποτε βελτίωση θα απαιτήσει τομές που θα πρέπει να αντιπαρατεθούν σε κατεστημένα συμφέροντα.
  • Άκρα του τάφου σιωπή” επικρατεί βεβαίως και για το πολιτικό σύστημα που βρίσκεται προ της κατάρρευσης έχοντας απολέσει προ πολλού τη λαϊκή εμπιστοσύνη και δεν καταβάλλει καμία προσπάθεια αναμόρφωσης των κακών κειμένων της θεσμικής του λειτουργίας (μεταξύ κατεργαρέων εχεμύθεια…).
  • Σε μία περίοδο έντονου πολιτικού κατακερματισμού, το ισχύον πλειοψηφικό εκλογικό σύστημα είναι πραγματικά καταστροφικό για τη διαμόρφωση συνεργασιών και τη σύσταση σοβαρής και αξιόπιστης κυβέρνησης, αλλά βέβαια ουδείς ασχολείται.
  • Στη φορολογία που πλέον “η συνήθεια που έγινε λατρεία” επιτάσσει να αλλάζουν άρδην οι ρυθμίσεις και οι κλίμακες κάθε εξάμηνο, υπάρχει το απόλυτο σκοτάδι. Όλοι καταδικάζουν τη φορολογική ισοπέδωση που έχει καταστρέψει την πραγματική οικονομία, αλλά κανένα κόμμα δεν έχει σκύψει στο πρόβλημα με την απαιτούμενη προσήλωση ώστε να διαμορφωθεί μία ρεαλιστική πρόταση για τον εξορθολογισμό ενός ασταθούς φορολογικού συστήματος, δίνοντας τη χαριστική βολή στα στενά πρόθυρα και τις ισχνές ελπίδες βελτίωσης της οικονομίας.
  • Κοινωνική ασφάλιση, το απόλυτο αδιέξοδο. Επειδή είναι ένας κλάδος που τυγχάνει να γνωρίζω επαρκώς λόγω της συνδικαλιστικής μου δραστηριότητας, είμαι ιδιαιτέρως απογοητευμένος καθώς δεν υφίσταται ίχνος αξιόπιστης παρέμβασης και συζήτησης για αυτό το κορυφαίο θέμα που βρίσκεται στο επίκεντρο της προβληματικής της οικονομίας και των επικρίσεων των Ευρωπαίων εταίρων μας. Ακούμε σε μόνιμη βάση σαν χιλιοπαιγμένη κασέτα που έχει αρχίσει να χαλάει την ξύλινη γλώσσα ότι “δε θα μειωθούν περαιτέρω οι μισθοί και οι συντάξεις”. Κάθε φορά αποδεικνύεται μία μεγάλη πλάνη. Πρόκειται βέβαια για έναν ακραίο εμπαιγμό του ελληνικού λαού. Ας πει κάποιος επιτέλους τη σκληρή αλήθεια: με το πρόβλημα της γήρανσης του πληθυσμού σε συνδυασμό με το παράλογο και ανοργάνωτο ασφαλιστικό σύστημα, οι συντάξεις βρίσκονται σε μόνιμο κίνδυνο (και οι μισθοί βεβαίως για άλλους λόγους).
  • Η ανεργία βρίσκεται σε επίπεδα ρεκόρ, δίνοντάς μας μία θλιβερή πρωτιά στην ΕΕ, αλλά πιθανώς και στον ανεπτυγμένο κόσμο. Οι νέοι μας, απογοητευμένοι από την έρημο που συναντούν στην αγορά εργασία (πάνω από 50% η ανεργία στις ηλικίες κάτω των 30 ετών) φεύγουν για το εξωτερικό. Οι δεξιότητες του πλέον δυναμικού, παραγωγικού και καταρτισμένου τμήματος του ελληνικού πληθυσμού αξιοποιούνται από άλλους. Σε μία ήδη γερασμένη χώρα, οι συνέπειες αυτής της μαζικής εξόδου θα είναι ανυπολόγιστες. Θέλοντας τα μεγάλα κόμματα εξουσίας να προσεγγίσουν τους νέους, μιλούν στο σύνολό τους για την καταπολέμηση αυτής της σύγχρονης μάστιγας. Η συνθηματολογία για αυτό το μείζον θέμα δίνει και παίρνει. Αλλά μένει εκεί. Στα συνθήματα. Γιατί από ουσία και σχέδιο, μηδέν εις το πηλίκον…
  • Οι περισσότεροι αναφέρουν την ενθάρρυνση των επενδύσεων, είτε εσωτερικών είτε εξωτερικών, ως βασικό παράγοντα ανόρθωσης της οικονομίας και συνακόλουθα καταπολέμησης της ανεργίας. Και πώς θα γίνει αυτό σε μία ρημαγμένη οικονομία, με ασταθές φορολογικό σύστημα και ανύπαρκτη αγοραστική δύναμη των καταναλωτών; Απάντηση περιμένουμε, απάντηση δεν παίρνουμε.
  • Παράλληλα, σε μία νεφελώδη περίοδο για την ελληνική δημοκρατία και το μέλλον της χώρας μας, θα νόμιζε κανείς ότι θα ήταν πιο εύκολο να υπήρχε συνεννόηση σε θέματα ζωτικής σημασίας, όπως η υπερκομματική στελέχωση των υπουργικών θέσεων. Αν π.χ. στα Υπουργεία Οικονομίας ή Παιδείας, που βρίσκονται στον πυρήνα της επιβίωσης κάθε χώρας, δε γίνει υπέρβαση κομματικών επετηρίδων και επιλογών, ώστε να στελεχωθούν με τους αξιότερους και ικανότερους, τότε σίγουρα θα βρεθούμε προ (νέων) δυσάρεστων εκπλήξεων. Βέβαια, αυτή η προσδοκία αποτελεί περισσότερο ευσεβή πόθο κάθε Έλληνα πατριώτη, παρά μία εξέλιξη που να συγκεντρώνει πιθανότητες εφαρμογής. Είπαμε… η εξουσία και το κόμμα πάνω από όλα!
  • Ένα μείζον θέμα που κανείς δεν έχει αγγίξει και στο οποίο θα ήθελα να σταθώ περισσότερο, καθώς πρόκειται για τον κλάδο μας και εμείς οι τραπεζοϋπάλληλοι είμαστε οι καθ’ύλην αρμόδιοι για να κρίνουμε καλύτερα, είναι η καταστροφική λειτουργία του τραπεζικού συστήματος στη χώρα μας. Το αποτυχημένο μοντέλο λειτουργίας του τραπεζικού συστήματος το έχει πληρώσει ακριβά και συνεχίζει ακόμα, ο ελληνικός λαός. Είναι αυτονόητο ότι οι διοικήσεις των τραπεζών φέρουν πολύ μεγάλο μερίδιο ευθύνης για τη δημιουργία αυτής της φαύλης κατάστασης. Τεράστιες, όμως, είναι και οι ευθύνες της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) που είχε αφήσει τις περιφερειακές τράπεζες να δρουν ασύδοτα, χωρίς να υφίσταται ο στοιχειώδης χρηματοπιστωτικός έλεγχος. Το αποτέλεσμα ήταν οι τράπεζες και τα προϊόντα που παρήγαγαν να εξαπατούν και να κερδοσκοπούν κατ’εξακολούθηση σε βάρος των ευρωπαϊκών λαών. Και όμως, οι ειδήμονες της ΕΚΤ προ Ντράγκι και οι μεσάζοντες των τεράστιων συμφερόντων που τις ήλεγχαν, ακόμα δεν έχουν ζητήσει συγνώμη για αυτήν την ασυδοσία, για αυτά τα εγκλήματα σε βάρος όχι μόνο των Ελλήνων, αλλά όλων των Ευρωπαίων. Γιατί δυστυχώς, οι πρώτοι έλεγχοι του πλέον νευραλγικού τομέα της οικονομίας, της απασχόλησης και της ευημερίας των λαών καθιερώθηκαν από το 2009 και έπειτα, όταν πλέον η κρίση ήταν ήδη μία σκληρή πραγματικότητα. Των φρονίμων τα παιδιά πριν πεινάσουν μαγειρεύουν. Εμείς πρώτα πεινάσαμε και πλέον προσπαθούμε να ανασυνταχθούμε μήπως και καταφέρουμε κάποια στιγμή να μαγειρέψουμε… Να δούμε αν αυτήν τη φορά, θα καταφέρει η ΕΚΤ να λειτουργήσει όπως αρμόζει σε έναν πανίσχυρο πανευρωπαϊκό θεσμό, αλλά και οι διοικήσεις των ελληνικών τραπεζών να ξεφύγουν από τη λογική της κερδοσκοπίας και να ακολουθήσουν το μονοπάτι της ομαλότητας που σίγουρα σε βάθος χρόνου είναι πιο συμφέρον και για τις ίδιες τις τράπεζες. Σε κάθε περίπτωση, κεντρικός σχεδιασμός από τα κόμματα που αναμένεται να μας κυβερνήσουν μετά τις εκλογές, δεν υφίσταται…

Ακόμα και τώρα πια που οι αυταπάτες για το μνημόνιο διαλύθηκαν ακόμα και για τα κομματικά στελέχη, ούτε στοιχειωδώς δεν προτείνονται λύσεις για τρανταχτά ζητήματα βαρύνουσας σημασίας που θα κληθεί η επόμενη κυβέρνηση να διαχειριστεί. Η αδυσώπητη λογική των πραγμάτων προδικάζει ότι η χώρα και μετά τις εκλογές θα εξακολουθήσει να διανύει μία παρατεταμένη περίοδο αστάθειας, χωρίς την απαραίτητη αποκατάσταση της ομαλής κρατικής λειτουργίας, της ισορροπίας της οικονομίας και κατ’επέκταση της κοινωνίας.

Το ερώτημα παραμένει: πόσο ακόμα θα χρειαστεί να βυθιζόμαστε σε μία φουρτουνιασμένη θάλασσα, μέχρι να αρχίσει η αντίστροφη μέτρηση της ανάτασης;

Πού βαδίζουμε;

Το βασικό και καίριο ερώτημα, όμως, είναι ποια κυβέρνηση θα κληθεί να διαχειριστεί την πορεία της χώρας μέσα από τις Συμπληγάδες. Μετά από τον κυκεώνα της διαπραγμάτευσης, των capital controls, του δημοψηφίσματος, της υπογραφής του μνημονίου, της απώλειας της κυβερνητικής πλειοψηφίας στη Βουλή, την ψήφιση του μνημονίου και της εξαγγελίας νέων εκλογών, το μέγα θέμα είναι πού βρισκόμαστε και κυρίως πού κατευθυνόμαστε μετά το πέρας των εκλογών της 20ής Σεπτεμβρίου.

Νομίζω ότι πλέον το κορυφαίο πρόβλημα που καλείται να αντιμετωπίσει η πατρίδα μας είναι ότι οι μηχανισμοί της διαπλοκής, εγχώριοι, ευρωπαϊκοί και παγκόσμιοι που λειτουργούν σαν συγκοινωνούντα δοχεία, κινούνται προς μία κατεύθυνση: η επόμενη κυβέρνηση πρέπει να χαρακτηριστεί “οικουμενική”.

Το “ιερατείο της Ευρώπης” έχει προκρίνει με μία άκρως ανεύθυνη και επικίνδυνη λογική, πιέζοντας με κάθε τρόπο προς αυτήν την κατεύθυνση, πιστεύοντας ότι αν τους “μαντρώσει” όλους σε ένα στενό μνημονιακό πλαίσιο, θα μπορεί να έχει καλύτερο έλεγχο της κατάστασης και να προχωρήσει “απερίσπαστα” η εφαρμογή του τρίτου μνημονίου.

Κάποιος μπορεί βέβαια να αναρωτηθεί: Μα καλά, πού είναι το πρόβλημα μιας οικουμενικής κυβέρνησης; Εξ άλλου, οι περισσότερες προεκλογικές δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η εδραίωση μίας τέτοιας τάξης πραγμάτων αποτελεί την επιθυμία της πλειονότητας των ερωτηθέντων συμπατριωτών μας. Το πρόβλημα έγκειται στο έλλειμμα δημοκρατίας που δημιουργείται από μία -κατ’ουσίαν- δοτή εκ των Βρυξελλών, των Παρισίων και του Βερολίνου κυβέρνηση-μαριονέτα. Έγκειται στο ότι μία τέτοια εξέλιξη θα αποτελέσει την απόλυτη απόδειξη δυσλειτουργικότητας της δημοκρατίας στη χώρα του Κλεισθένη, του Περικλή και του Αριστοτέλη. Και μάλιστα κινδυνεύει να καταστεί μία κατάσταση “μόνιμης προσωρινότητας” που θα παγιωθεί στο πολιτικό μας σύστημα και θα καταργήσει ιδεολογίες, διαφορές, διάλογο και όλα αυτά για να αποκατασταθεί η τάξη και η ηρεμία υπέρ ενός “σταθερού” οικονομικού περιβάλλοντος που θα ευνοήσει τους ισχυρούς και θα υποβαθμίσει έτι περισσότερο τους απλούς πολίτες που έχουν δεινοπαθήσει τα τελευταία χρόνια. Το “όλοι μαζί” σαν πρόταση αποτελεί έναν επικίνδυνο δρόμο που μετά από δαιδαλώδεις στροφές θα μας οδηγήσει σε αδιέξοδο.

Πιστεύω ότι πρόκειται για μία προσέγγιση εκτός λογικής και πραγματικότητας. Καμία κοινωνία δεν μπορεί να λειτουργήσει χωρίς την αντιπαράθεση ιδεολογικοπολιτικού πλαισίου, που ουσιαστικά γίνεται ο καταλύτης δημιουργίας πολιτικής πρότασης. Γιατί παρά τα όσα καταλογίζονται ορθώς στο παλαιοπολιτικό σύστημα για αβελτηρίες, πελατειακό τρόπο λειτουργίας, διαφθορά κλπ, είναι ταυτόχρονα βέβαιο ότι το δικομματικό πολιτικό σύστημα που κυριάρχησε επί δεκαετίες, ήταν και το πλέον αποτελεσματικό. Και μπορεί η αυτή η παραδοχή να ξενίζει, αλλά κάνοντας μία ιστορική αποτίμηση των εξελίξεων του τελευταίου αιώνα στην πατρίδα μας μπορεί ο καθένας να συνειδητοποιήσει ότι πρόκειται για μία “περίεργη” μεν, πραγματικότητα δε. Είναι δεδομένο ότι σε μία λειτουργική δημοκρατία οι κυβερνήσεις οφείλουν να έχουν ιδεολογικό πρόσημο που αποτελεί τη βάση διαμόρφωσης πολιτικής πρότασης διακυβέρνησης. Αυτή η σημερινή “ταύτιση” θέσεων και απόψεων των κομμάτων (ανεξάρτητα αν προσπαθούν να μας πείσουν για το αντίθετο) αποτελεί τρανή απόδειξη ότι η δημοκρατία μας νοσεί.

Και μιλώντας για δημοκρατική υπολειτουργία, έχουν άραγε αντιληφθεί τα κοράκια των μεγάλων συμφερόντων που μπροστά στο κέρδος είναι έτοιμοι να θυσιάσουν λαούς ολόκληρους, ότι με τη δημιουργία οικουμενικής κυβέρνησης, το νεοναζιστικό μόρφωμα της Χρυσής Αυγής θα αποτελεί την αξιωματική αντιπολίτευση; Αυτή η εξέλιξη κι αν θα είναι η ακραία διαστροφή και υπονόμευση της ελληνικής δημοκρατίας…

Παράλληλα, η ένδεια των πολιτικών στελεχών παραμένει ένα τεράστιο πρόβλημα. Οι σοβαροί και ικανοί συμπατριώτες μας έχουν απομακρυνθεί από το πολιτικό στερέωμα (πολλές φορές και από τη χώρα…). Σε περασμένες εποχές, τα γνωστά προβλήματα που ταλανίζουν τον εσωτερικό πολιτικό βίο βεβαίως και ήταν παρόντα, αλλά τουλάχιστον υπήρχαν και προσωπικότητες με υψηλή πολιτική συγκρότηση που κατέθεταν αξιόλογες προσωπικές προτάσεις μεταρρυθμίσεων. Αυτά τα πρόσωπα είχαν τόσο σημαντική επιρροή και αποτελεσματικότητα που -έστω και με αυτόν το “διεστραμμένο” τρόπο- βελτιώνονταν οι πολιτικές προτάσεις των κομμάτων και εν γένει η λειτουργικότητα του πολιτικού συστήματος.

Σήμερα, δεν υπάρχει έστω και μία πολιτική προσωπικότητα που να εμπνέει το δέοντα σεβασμό και να απολαμβάνει συνθήκες αποδοχής από ένα ευρύτερο κοινωνικό φάσμα. Η πολιτική απαξίωση είναι πλήρης. Προσωπικά μάλιστα, αντιμετωπίζω ένα πρωτόγνωρο αδιέξοδο στη ζωή μου. Παρά το γεγονός ότι θεωρώ προνόμιο και συνάμα υποχρέωση του καθενός να ασκεί το εκλογικό του δικαίωμα, ειλικρινά μου είναι αδύνατον να επιλέξω κάποιο κόμμα που να με εκφράζει στο ελάχιστο και δε γνωρίζω τι θα ποιήσω ανήμερα των εκλογών.

Δηλαδή, οδεύουμε προς τη διάλυση και την καταστροφή;

Σε καμία περίπτωση!

Οι διαπιστώσεις, οι επικρίσεις και οι πολιτικοί αφορισμοί δεν αρκούν. Έχει αποδειχθεί ιστορικά ότι ο κύκλος της απόλυτης παρακμής και κατάπτωσης κάποια στιγμή κλείνει και τον διαδέχεται μία περίοδος αναμόρφωσης, ανάταξης και προόδου.

Θέλω να πιστεύω ότι είναι οι τελευταίες εκλογές στις οποίες κυριαρχεί αυτό το ανεπαρκές πολιτικό προσωπικό, όπως το έχει κρίνει η μεγάλη πλειονότητα της κοινωνίας. Θεωρώ ότι μετά τις εκλογές δε θα ομαλοποιηθεί το πολιτικό τοπίο. Και επειδή ουδέν κακόν αμιγές καλού, μέσα από αυτήν τη γενικευμένη ανασφάλεια και την έλλειψη σταθερότητας θα γεννηθούν δυνάμεις και ιδέες που θα επεξεργαστούν μία αναζωογονημένη πολιτική πρόταση που σταδιακά θα δώσει μία νέα πνοή στη χώρα μας.

Το τεράστιο τίμημα που πληρώνει ο ελληνικός λαός τα τελευταία χρόνια, του ξεπληρώνεται εν μέρει με την υποχώρηση του μεγάλου εχθρού της κοινωνίας και της δημοκρατίας, του λαϊκισμού. Μετά την παταγώδη αποτυχία όλων των μεγάλων κομμάτων, έχει ολοκληρωθεί οριστικά ο μέχρι πρότινος τρόπος λειτουργίας τους, ενώ ο λαός έχει αρχίσει να συνειδητοποιεί βασικά δεδομένα του πολιτικού παιχνιδιού. Δεν πιάνεται πλέον τόσο εύκολα κορόιδο. Μάλιστα, πρόσφατα είχαμε και μία σοβαρή ένδειξη αυτής της συνειδητοποίησης, με την αντίθετη προς το σύνολο των καθεστωτικών ΜΜΕ λαϊκή σύμπλευση με το “ΟΧΙ” στο δημοψήφισμα.

Για να επέλθει η πολυπόθητη ισορροπία στο ταραγμένο πολιτικό σύστημα, θεωρώ ότι είναι υπέρτατη ανάγκη να υπάρξει εναλλακτική, σοβαρή πρόταση για τη σύσταση ενός μορφώματος που θα καλύπτει το χώρο της κεντροαριστεράς. Η εξαφάνισή του από την πολιτική σκηνή αποδείχθηκε περίτρανα ότι είχε ολέθριες επιπτώσεις, τις οποίες πληρώνουμε σήμερα. Έχουν, όμως, πλέον ωριμάσει οι συνθήκες ώστε αξιόλογες προσωπικότητες από το συγκεκριμένο ιδεολογικό χώρο που απέχουν σήμερα, να ενεργοποιηθούν. Είμαι απόλυτα βέβαιος ότι το επόμενο διάστημα θα τεθούν σε κίνηση δυνάμεις που θα ανταποκριθούν στις απαιτήσεις και τις ανάγκες που έχει σήμερα η κοινωνία από έναν τέτοιο πολιτικό φορέα. Αυτή η εξέλιξη αποτελεί βασική προϋπόθεση εξισορρόπησης του πολιτικού και κομματικού συστήματος, αλλά και κριτήριο για τη δημιουργία μίας αξιοπρόσεκτης, ρεαλιστικής και εφαρμόσιμης πολιτικής πρότασης.

Και καλά εμείς, με τους άλλους τι γίνεται;

Οι πολιτικές συζητήσεις δίνουν και παίρνουν στη χώρα μας. Όπου κι αν σταθεί κανείς, ακούει νέους και μεγάλους να αναφέρονται στην πολιτική, οικονομική, κοινωνική κατάσταση της χώρας. Ποιος θα βγει πρώτο κόμμα, ποιος αξίζει μία ακόμα ευκαιρία, ποιος είναι πιο κατάλληλος για τη σταθερότητα, ποιος αξίζει να μπει στη Βουλή, ποιος αποτελεί τη δύναμη που έρχεται κλπ. Το ίδιο συμβαίνει και με την αρθρογραφία και τα ρεπορτάζ στα εγχώρια ΜΜΕ.

Σχεδόν κανείς, όμως, δεν ασχολείται με μία εξίσου ή και ακόμα πιο σημαντική παράμετρο. Το ρευστό και ασταθές διεθνές περιβάλλον που έχει διαμορφωθεί τα τελευταία χρόνια και αποτελεί προάγγελο σαρωτικών εξελίξεων.

Εμείς μπορεί σαν κλασικοί “Ελληνάρες” να έχουμε την αυταπάτη ότι είμαστε στο επίκεντρο του κόσμου και καθορίζουμε τις εξελίξεις, αλλά δυστυχώς η πραγματικότητα είναι ότι δεν είμαστε παρά ένα μικρό πιόνι στην παγκόσμια πολιτικοοικονομική σκακιέρα. Για του λόγου το αληθές, γι’αυτό δε δίστασε το ΔΝΤ να εφαρμόσει στη χώρα μας “πειραματικές” πολιτικές (όπως κυνικά έχουν παραδεχθεί πλέον οι αξιωματούχοι του) που βέβαια απέτυχαν παταγωδώς. Πιστεύετε ότι αν στη θέση μας ήταν ένα κράτος σαν τη Γερμανία, την Ιαπωνία ή τη Ρωσία, θα είχαν υπάρξει τόσο “αμελείς” στην κατάρτιση του “προγράμματος διάσωσης”;

Η αλήθεια είναι ότι αυτήν την περίοδο συντελούνται σημαντικές γεωπολιτικές αλλαγές με αποκλειστικό γνώμονα την ισχυροποίηση των οικονομικών συμφερόντων των μεγάλων ανταγωνιστικών χωρών, τον έλεγχο την ενέργειας και τον έλεγχο των εμπορικών διαύλων.

Μάλιστα, οι εξελίξεις είναι ραγδαίες και στη “γειτονιά” μας, με το πρόσφατο προσφυγικό ρεύμα να κινδυνεύει να μετατραπεί σε ωρολογιακή βόμβα για την πατρίδα μας, αλλά και ολόκληρη την Ευρώπη. Η επόμενη κυβέρνηση οφείλει να εγκαταλείψει τον ερασιτεχνικό τρόπο που προσεγγίστηκε μέχρι σήμερα το πρόβλημα και σε συνδυασμό με τη διαχείριση από το σύνολο της Ε.Ε. (που δυστυχώς αποδεικνύει κάθε μέρα όλο και περισσότερο την αναλγησία της) να πράξει τα δέοντα για την ορθή και ανθρώπινη αντιμετώπιση του φαινομένου.

Ένα ακόμα μείζον ζήτημα που δε θα πάψει ποτέ να μας απασχολεί λόγω της γεωπολιτικής μας θέσης και της ιστορικής διένεξης με τη γείτονα χώρα, είναι ότι μέσα στα επόμενο χρόνια -ίσως και την επόμενη διετία- θα υπάρξουν σημαντικές αναταράξεις στην Τουρκία. Η κρίση που υφίσταται αυτήν τη στιγμή στην Ελλάδα, ίσως να είναι απλά μία μικρογραφία όσων ζήσουν σύντομα οι γείτονες. Πρόκειται για ένα θέμα βαρύνουσας σημασίας με το οποίο έχω ασχοληθεί και μελετήσει διεξοδικά και προτίθεμαι να κάνω εκτενή αναφορά σε επόμενη παρέμβασή μου.

Παρόλα αυτά, η ρευστότητα του διεθνούς περιβάλλοντος οφείλω να καταθέσω ότι εκτός από την εγγενή επικινδυνότητα, παρέχει και ευκαιρίες. Η γεωπολιτική μας θέση μπορεί να μας έχει δημιουργήσει τεράστια πρόβλημα με το προσφυγικό στα ανατολικά μας σύνορα, αλλά δεν παύει να βρίσκεται στο σταυροδρόμι των εξελίξεων. Μία τυχόν αποσταθεροποίηση στο σημείο που ενώνει τρεις ηπείρους κάνει ιδιαίτερα προσεκτικές τις κινήσεις όσων έχουν τον πρώτο λόγο στη διαμόρφωση των γεωπολιτικών συσχετισμών και εξελίξεων και μας προικίζει με ένα ισχυρό πλεονέκτημα, το οποίο βέβαια δε φτάνει να το διαπιστώνουμε, αλλά πρέπει να το διαχειριζόμαστε καταλλήλως και να αποκομίζουμε σημαντικά κέρδη από αυτό.

Επομένως, ο σχεδιασμός της εξωτερικής πολιτικής της νέας κυβέρνησης πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις σημαντικές εξελίξεις στο διεθνές γίγνεσθαι και απαιτείται το Υπουργείο Εξωτερικών να στελεχωθεί από μία επιτροπή σοφών με διπλωματική εμπειρία, ικανών να διαχειριστούν την κατάσταση, γιατί τυχόν εσφαλμένες επιλογές και ολιγωρία στο άμεσο μέλλον μπορούν να μας οδηγήσουν σε σοβαρές περιπέτειες που μπορούν να φθάσουν ακόμα και μέχρι τον πυρήνα της εθνικής κυριαρχίας.