Συναδέλφισσες – Συνάδελφοι,
Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά. Ο κόσμος γιορτάζει. Τα κτίρια, οι δρόμοι και οι πλατείες στολισμένα, δέχονται χαμογελαστά πρόσωπα που διασκεδάζουν με την ψυχή τους για να αποτινάξουν από πάνω τους τη δύσκολη καθημερινότητα. Οικογένειες, ζευγάρια, φίλοι έρχονται πιο κοντά για να νιώσουν την αγάπη και τη συντροφικότητα.
Δεν είναι όμως δυστυχώς έτσι για όλους…
Υπάρχουν βλέπετε και οι «τσαλακωμένοι αόρατοι άνθρωποι». Αυτοί που έχουν προβλήματα υγείας ή άλλα. Αυτοί που έχουν τους δικούς τους ανθρώπους με προβλήματα. Αυτοί που μέσα στις γιορτές βυθίζονται στη μοναξιά…
Αυτοί οι άνθρωποι μπορεί να είναι «τσαλακωμένοι», αλλά, ακόμα χειρότερα, συχνά γίνονται και… αόρατοι.
Σε ένα πολύ όμορφο, αλλά πικρό διήγημα του αγαπητού μας φίλου κ. Στάμου Γαλούνη, εμπνευσμένο για μία ακόμα φορά από τα προσωπικά του βιώματα, αναδεικνύονται αυτοί οι άνθρωποι και έστω για λίγο, παύουν να είναι «αόρατοι».
Μετά, ούτως ή άλλως, η ζωή συνεχίζεται…
ΤΣΑΛΑΚΩΜΕΝΟΙ ΑΟΡΑΤΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ.
Κρύο εκείνο τ’ απόβραδο – λίγες μέρες πριν τα Χριστούγεννα – στ’ Αρχοντοχώρι, σ’ ένα ημιορεινό χωριό του Ξηρομέρου και στο πέτρινο παλιό καφενείο, ο ένας και μοναδικός θαμώνας κάθεται σαν μαραζωμένος σε μια γωνιά..
Φιγούρα – λες και δραπέτευσε απ’ κάποιο μυθιστόρημα του Παπαδιαμάντη-, με παλιοκαιρισμένα τσαλακωμένα χοντρά ρούχα, άσπρα πυκνά μαλλιά, κουρασμένο πρόσωπο με τον ήλιο, τις μπόρες και τις αβαρίες να τόχουν οργώσει και βλέμμα θλιμμένου καλοκάγαθου ανθρώπου.
Ξύλινα τραπεζάκια, ψάθινες καρέκλες, μια ξυλόσομπα στο κέντρο να ζεσταίνει τον χώρο, λιγοστός φωτισμός,κι εκείνος παρέα με τις μαύρες σκέψεις του κι ένα χοντρό φλιτζάνι ελληνικού καφέ.
– Καλησπέρα Λάκια και καλές γιορτές.
Χαίρομαι που σε βλέπω..Τι κάνεις; είσαι καλά;- είπε ο νεοφερμένος για τις γιορτές ξενιτεμένος ντόπιος άνδρας, μόλις τον αντίκρυσε.
<< Καλώς ήρθες Σταμούλη..
Όχι δεν είμαι καλά Σταμούλη. Χάλια είμαι..Τι να σου πω και τι να σου μολογήσω >> αποκρίθηκε με ραγισμένη φωνή, χρωματισμένη μ’ αγωνία κι απελπισμό.
<< Ο αδελφός μου ο Παντελής είναι πολύ βαρειά άρρωστος.
Πριν μέρες λιποθύμησε στο καφενείο του Γρηγόρη.
Έτρεξα κι εγώ , τον πήραμε και τον φέραμε στο σπίτι.
Πάμε αδερφέ στο κέντρο υγείας τ’ Αστακού η στο νοσοκομείο στο Αγρίνιο..για να δούμε τι έχεις και να γειάνεις.
( – εδώ βλέπς δεν έχουμε γιατρό, ναρθ’ να τόνε δεί – )
Δεν ήθελε με τίποτα. Βρέ καλέμ βρέ χρυσέμ .. τίποτα ..
Δεν έτρωγε, μόνο λίγο τσάι έπινε.
Γιατί δεν τρως λίγο φαί αδερφέ μου; τον ρώταγα και τον παρακαλούσα..
Δεν μαγειρεύεις καλά μούλεγε.
Τι να κάμω τ απάνταγα. Δεν έχουμε νοικοκυρά εδώ μέσα. Μόνοι σας απομείναμε.
Εσύ ξέρεις να μαγειρεύς, εγώ ο φουκαράς, δεν νογάω και πολύ ..τι να κάμω;
Και κάθε μέρα χειροτέρευε…
Είδα κι απόειδα..πήρα μια κούρσα αγκαζέ και τον πάω στο νοσοκομείο στ’ Αγρίνιο.
Μόλις είδε τσ’ ακτίνες ο γιατρός κι άλλαξε η φάτσα του, σαν να σκιάχτηκε, ..τότε κατάλαβα ότι κάτι πολύ σοβαρό έχει ο αδερφός μου.
Έχει πολύ σάκχαρο και δεν πάει οξυγόνο στα πλεμόνια του..μου είπανε..κι ότι θα τον στείλουν στο νοσοκομείο Μεσολογγίου με ασθενοφόρο.
Πηγαίνοντας για το Μεσολόγγι ,στο δρόμο σαν να χαροπάλευε ο Παντελής..και μετά ούτε έκρενε ούτε λάλαγε..
Δυο μέρες έκατσα κοντά τ’, στο νοσοκομείο.
Ούτε πλάγιασα και σχεδόν δεν έφαγα τίποτα.
Μετά κλαίγοντας ο καψερός τον άφησα στο νοσοκομείο.. Κάποιος έπρεπε να συμμαζέψει και τα πράματα ( τα πρόβατα) αλλιώς θα ψόφαγαν κι αυτά.
Δεν έχω παράπονο απ’ το κόσμο, μου στάθηκαν, αλλά πόσο; Εχνε κι εκείνοι τα δικάτς βάσανα..
Σήμερα το πρωί, μετά από τέσσερις μέρες, μιλήσαμε για λίγο στο τηλέφωνο. Ήταν λίγο καλύτερα…Να τον βοηθήσει κι’η Παναΐα τον αδελφόμ’>>>>
– Περαστικά του Λάκια και μην πικραίνεσαι τόσο πολύ, η ιατρική κάνει θαύματα σήμερα –
<< Μακάρι. Οι γιατροί λένε ότι είναι δύσκολη η κατάστασή τ’..
Μια νοσοκόμα μούπε..ο θεός είναι μεγάλος .
Δεν της αποκρίθηκα… Τι να τον κάμεις τον Θεό άμα δεν καταλαβαίνει….>>
Μίλαγε σιγανά ο Λάκιας, φορώντας στο πρόσωπο την ψυχή του και σκόρπαγε συγκίνηση, αγωνία κι απελπισία.
Αυθεντικά , στωικά, γήινα, ταπεινά κι ανθρώπινα κοινωνούσε τον πόνο του κι ήθελες δεν ήθελες τον μεταλάμβανες και σε συγκλόνιζε, τώρα που είσαι μάρτυρας της ζωής εκείνου που παλεύει στα μαρμαρένια αλώνια, κι έχει όνομα, εικόνα και ψυχή.
Δεν άνθισαν οι σκυφτές ζωές των δύο αδερφών, δεν βρήκαν ταίρι, δεν κάρπισε η γενιά τους κι έμειναν μονάχοι.
Βλέπεις οι κοπέλες απ’ το χωριό φεύγουν και ψάχνουν την τύχη τους, στις πόλεις..
..κι άμα δεν είσαι από ευκατάστατο σόι, σου λείπει περισσή ομορφιά και είσαι κτηνοτρόφος και αγρότης, καμμιά νύφη δεν θα βρεθεί για Σένανε πούμεινες πίσω στη στέρφα ορεινή τούτη Γή.
Την προπαραμονή των Χριστουγέννων βάρεσε λυπητερά η καμπάνα τ Άγιου Σπυρίδωνα.
Πάει ο Παντελής.. ξεψύχησε κατάμονος σ’ ένα άσπρο θάλαμο στο νοσοκομείο Μεσολογγίου.
<<Ας πάει στο καλό, έβγαλε κι αυτός την σειρά του>> μουρμούρισαν οι συγχωριανοί του.
Ένα απλό κηδειόχαρτο σε μια κολώνα φωτισμού, με το βαφτιστικό του όνομα, που ελάχιστοι γνώριζαν
<<ΠΑΝΤΑΙΛΕΩΝ… ετών 69>> ήταν η γραπτή επίσημη έξοδος του απ την γήινη ματαιότητα.
Τι να απόγινε άραγε ο Παντελής κι όλοι οι θνητοί, όταν περνούν τη χαρακιά και μπαίνουν στην ομίχλη του αιώνιου άγνωστου χρόνου;
Μπορεί να ανέβηκε στους ουρανούς, να δικάστηκε και να τράβηξε για τις γειτονιές των φτωχών της κόλασης, η του παράδεισου.
η και να κατέβηκε στον Άδη του Πλούτωνα;
, ….ίσως και να ταξιδεύει σε παράλληλα σύμπαντα, …..
αλλά γιατί να μην μετενσαρκώθηκε σε ζωντανό πλάσμα του δάσους; …μπορεί όμως σαν οργανική ύλη να ενσωματώθηκε στην μητέρα φύση, ή να επέστρεψε εκει που ηταν πριν γεννηθεί;
Ίσως και να χάθηκε στην ανυπαρξία ……
Ποιος να ξέρει; Αναπάντητο το προαιώνιο αυτό ερώτημα..κι άλυτο το μυστήριο της αιτιώδους αρχής της ζωής και του σκοπούμενου τέλους της.
Πάντως ταχυδρόμο δεν θα μπορέσει να στείλει για να το μάθει κι ο αδερφός του ο Λάκιας, πούμεινε πίσω στο χωριό, έρμος και μοναχός χρονιάρες μέρες.
Κι’ η ζωή συνεχίζει το δρόμο της……….

