
Έχουμε λίγο καιρό να δημοσιεύσουμε κάποιο διήγημα του αγαπητού μας φίλου Στάμου Γαλούνη, αυτού του εξαιρετικού λογοτέχνη που φιλοξενούμε στις ιστοσελίδες μας. Τα διηγήματά του, συχνά βιωματικά, αναδεικνύουν τον υπέροχο εσωτερικό του κόσμο, τον οποίο έχει την ικανότητα να αποτυπώνει με μοναδικό τρόπο σε λέξεις. Η θεματολογία του ποικίλει, αλλά αυτό που δεν αλλάζει ποτέ είναι η ποιότητα της γραφής του. Αναδημοσιεύουμε ένα ακόμα υπέροχο διήγημά του για «Το Πεπρωμένο», ιδωμένο μέσα από τη γήινη, ανθρώπινη ματιά του Στάμου.
ΤΟ ΠΕΠΡΩΜΕΝΟ.
Ένα πρωινό Σαββάτου, μήνα Θεριστή σε κάποιο πολύ παλιό χρόνο, ο Κωνσταντής, ο παραγιός του κυρ Παναή, κίνησε απ’ το αγρόκτημα έξω απ’ το Αιτωλικό, για να πάει στο παζάρι στη πόλη.
Το Αιτωλικό χτισμένο σ ένα μικρό νησάκι της λιμνοθάλασσας, επικοινωνούσε με την στεριά με τίς δύο γέφυρες του , την μιά στην ανατολή και την άλλη στη δύση.
Ο κυρ Παναής ήταν κτηματίας και το σπίτι, το αγρόκτημα και τα χωράφια του, βρισκόταν στα δυτικά, κάνα χιλιόμετρο μακρυά απ’ τη γέφυρα- προς την μεριά του Νιχωριού, της Κατοχής και τ’ Αστακού.
Ο Κωνσταντής ήταν ο άξιος βοηθός του, καλός πεταλωτής, μάστορας στα κάρα, οργανωτής των σέμπρων που καλλιεργούσαν φασόλια και ρύζι – και φροντιστής των Ξηρομεριτων που ερχόταν για μεροκάματο τέτοια εποχή απ’ τα χωριά τους, για να θερίζουν και ν’ αλωνίζουν τα σιτάρια της φαμίλιας.
Πέρασε ο Κωνσταντής με το κάρο τη γέφυρα κι έφτασε στο πολύβουο και πολύκοσμο παζάρι για τα ψώνια της εβδομάδας και τ’ άλλα χρειαζούμενα.
Εκεί που περπατούσε με το νού του στις πραμάτειες , βλέπει μια όμορφη γυναίκα με γαλάζια φορεσιά και με κάτασπρη κουκούλα στο κεφάλι – πρώτη φορά την έβλεπε στη ζωή του – να τον κοιτάζει επίμονα και διαπεραστικά.
Ήταν ανατριχιαστική η ματιά της κι όταν έφτασε σιμά, Εκείνη άξαφνα τον έσπρωξε δυνατά και τον έριξε χάμω..
Πεσμένος κάτω ο παραγιός, σήκωσε το βλέμμα του στην γυναίκα που είχε σκύψει από πάνω του….. και τότε πάγωσε απ’ το φόβο του…Το όμορφο της πρόσωπο άλλαξε , έγινε οστέινο ανδρικό κι ήταν ίδιο με τον χάρο των λαϊκών διηγήσεων, τον δρεπανηφόρο αρματηλάτη του άλλου κόσμου.
Η γυναίκα τον άφησε σχεδόν ξέπνοο χάμω και συνέχισε το δρόμο της… κι εκείνος σχεδόν παράλυτος από αγωνία, σηκώνεται, τρέχει γρήγορα στο κάρο και με την ψυχή στο στόμα επιστρέφει στο αγρόκτημα.
Λέει στον κυρ Παναή τα καθέκαστα και ικετευτικά τον παρακαλεί.
<< Αφεντικό τον είδα ,τον αισθάνθηκα, ο Χάρος ήρθε εδώ για να με πάρει σήμερα.. γι’αυτό σε παρακαλώ, δώσ’ μου ένα άλογο, να φύγω , να πάω στο Μεσολόγγι ,να κρυφτώ μερικές μέρες, για να μην με βρει. >>
Ο κυρ Παναής πρώτη φορά τον αντίκρυζε τόσο τρομαγμένο, τον πίστεψε και σαν καλός, γενναιόδωρος άνθρωπος – κι εκείνος λίγο ονειροπαρμένος – του έδωσε τον Πειρατή ,το ομορφότερο και γρηγορότερο μαύρο του άλογο, για να δραπετεύει απ’ τα νύχια του απεσταλμένου του Πλούτωνα.
Τον ξεπροβόδισε , του ευχήθηκε να’ ναι όλα τούτα λαθεμένα γεννήματα και του λέει.
<< Μην σκιάζεσαι, το βράδυ θα’ σαι ασφαλής στο Μεσολόγγι>>
Ο Κωνσταντής ο καβαλάρης του πεπρωμένου, φεύγει σαν σίφουνας …περνάει την δυτική γέφυρα, κάνει τον γύρο του μικρού νησιού για να μην έχει κανένα κακό συναπάντημα με τον Χάρο και τον κλαδέψει … διασχίζει την άλλη πέτρινη ανατολική γέφυρα και ξεχύνεται προς τις αλυκές, με προορισμό το Μεσολόγγι τής σωτηρίας του…
Επειδή όμως ….τα απαραίτητα ψώνια για την οικογένεια και τα εργαλεία για τις μπριγάδες με τους θεριστάδες που θα καταφτάσουν την επόμενη εβδομάδα, δεν έγιναν,……. αναγκάστηκε ο κυρ Παναής, να πάρει το κάρο και να πάει μεσημεριάτικα,. εκείνος τώρα στο παζάρι.
Εκεί στην αγορά , που διαπραγματευόταν
σακιά, δρεπάνια , πέταλα και καρφιά, βλέπει την γυναίκα με την άσπρη κουκούλα, όπως ακριβώς του την είχε περιγράψει ο παραγιός.
Την πλησιάζει με απορία , συστολή κι ενδόμυχη ταραχή και την ρωτάει.:
<< Με συμπαθάς, αλλά γιατί έριξες κάτω και φόβισες τον Κωνσταντή τον παραγιό μου;>>
Κι εκείνη , που ξαναπήρε την απόκοσμη μορφή του χάρου, με βαριά ανδρική φωνή του απαντάει:
<< Δεν τό’θελα , αλλά νά.. παραξενεύτηκα πολύ…
Είχε κανονιστεί κι ήταν γραμμένο, να τον θερίσω σήμερα το βράδυ στο Μεσολόγγι.
Εκεί ήταν το ραντεβού κι’ ο τόπος συνάντησης μας….κι’ εγώ με έκπληξη τον είδα εδώ στο Αιτωλικό !!!!>>
———————————————————-
<<Ένα παραμύθι σου διηγήθηκα παιδί μου για την ανθρώπινη μοίρα, όπως παλιότερα την λογάριαζαν οι άνθρωποι..>>. είπε η γιαγιά Μαρία, χαϊδεύοντας το κουρεμένο με την ψιλή κεφαλάκι του μικρού της εγγονού …
.<<, αλλά να ξέρεις… πως Εσύ ο ίδιος θα φτιάξεις την ζωή και το ευνοϊκό ριζικό σου και θα’ χεις άξια περπατησιά κι ασημένια χνάρια >>
Η καλοσυνάτη γλυκοφιλούσα γιαγιά Μαρία, πέρασε μια δύσκολη ζωή σε λιθαρένιο τόπο, με ανείπωτες στερήσεις σε εποχές που τους ανθρώπους συνέθλιβαν οι μυλόπετρες της ιστορίας…
Σταυρούς κουβαλούσε και σ’ αγκάθια περπατούσε μια ολάκερη ζωή.
Δώδεκα παιδιά έφερε στον κόσμο.
Της έζησαν τα οκτώ. Κι απ’ αυτά ..η όμορφη εικοσάχρονη Καλλιόπη έσβησε στην γέννα κι ο μικρός της γιος ο Νώντας, έφυγε αντάρτης στα βουνά το 1941, για να πολεμήσει τον κατακτητή …και γύρισε ”μισός” και λαβωμένος το 1963, τιμωρημένος και φυλακισμένος για τις ιδέες του.
Τον Απρίλη του 1944 οι Γερμανοί της έκαψαν το σπίτι, μ’ όλο το βιός και μετά από δύο χρόνια, άλλες άπονες ντόπιες εξουσίες, την έστειλαν -μαζί με τις δύο κόρες της- εξορία στη Σκιάθο.
Λίγα ήτανε τα κολλυβογράμματα που της έμαθαν κι αν και δεν είχε διαβάσει Αριστοτέλη, Μοντεσκιέ, Ουγκώ , Βολταίρο και Ντοστογιέφσκι, είχε αστραφτερό μυαλό, εμπειρική φιλοσοφημένη σκέψη, συμπονετική ματιά για τον κόσμο, φανερωμένη αξιοσύνη, αίσθηση του καλού … και πίστευε στην ελεύθερη βούληση του ανθρώπου, στην αυτοδιάθεσή του, στα αγαθά έργα προκοπής και στη δημιουργία περιβάλλοντος και συνθηκών που θα μπορεί ο άνθρωπος με ισοπολιτεία και κοινωνική δικαιοσύνη , να ζεί, να χτίζει, να ευημερεί και να ευτυχεί.
Μόνο για το μέγα μυστήριο της ζωής , για την αιτιώδη αρχή της ύπαρξης και το σκοπούμενο τέλος της, αν και λαχταρούσε , δεν είχε την παραμικρή απάντηση.
Ίσως αυτή η έγνοια – αλλά χωρίς φόβο -για το αδιανόητο αιώνιο άγνωστο, να’ ταν κι η αιτία για τις αφηγήσεις των ιστοριών της με μοίρες να υφαίνουν το πεπρωμένο του καθενός και να κατέφευγε- με την σκέψη στους φευγάτους αγαπημένους της – σε υποσχετικούς θρησκευτικούς παραδείσους – έστω και ψευδαισθητικούς – για να γλυκαίνονται οι μεταφυσικές αγωνίες και τ’ ανθρώπινα ανταμώματα μετά την ομίχλη.
Γι’ αυτό – και χωρίς να ποθεί καμμιά αέναη αθανασία – εξευμένιζε τα πνεύματα με ευωδιά λιβανιού , έκανε σταυρό ευγνωμοσύνης στο πρώτο φως του ήλιου , χαιρετούσε νοερά και σεβαστικά την ειμαρμένη στο ηλιοβασίλεμα κι άναβε αποβραδίς το καντήλι στο εικονοστάσι, για να’ χουν γωνιά ζεστασιάς οι άγγελοι και φώς το άχτιστο ιερό.

