Πριν από λίγες μέρες σας παρουσιάσαμε για πρώτη φορά ένα διήγημα του κ. Στάμου Γαλούνη (βλ. εδώ) και αμέσως τον «βαφτίσαμε» επίτιμο μέλος της Ιονικής Οικογένειας.
Ο Στάμος Γαλούνης, λοιπόν, ο οποίος γεννήθηκε στο Αρχοντοχώρι -Ζαβίτσα – Ξηρομέρου Ακαρνανίας, σπούδασε οικονομικά και είναι σήμερα προϊστάμενος μιας διοικητικής οικονομικής διεύθυνσης δημόσιας υπηρεσίας. Στο εξής θα έχουμε την τιμή να φιλοξενούμε τα σπουδαία, πραγματικά, κείμενά του.
Το δεύτερο (αυτοβιογραφικό ξεκάθαρα) διήγημα του κ. Γαλούνη ανασύρει αναμνήσεις από άλλες, πιο δύσκολες ίσως, αλλά πιο όμορφες και αθώες εποχές.
Περιγράφει τη Νύμφη του Θερμαϊκού με τα πιο όμορφα χρώματα, τη φοιτητική ζωή με τη νοσταλγία που της πρέπει και κορυφώνεται με το πιο ξεσηκωτικό συναίσθημα που βιώνει η ανθρώπινη φύση, τον έρωτα. Έναν έρωτα του Βαρδάρη…
Ο ΕΡΩΤΑΣ ΤΟΥ ΒΑΡΔΑΡΗ.
Στην κόψη τού δειλινού μιας Σαββατιάτικης μέρας καί στον αποχαιρετισμό του Φλεβαριού, με κρύο καιρό καί να φυσάει κι’ο Βαρδάρης, βγήκε το 19χρονο παλικαρακι, απ’ την ταπεινή φοιτητική του κάμαρη, εκεί στις Σαράντα εκκλησιές, στην όμορφη Θεσσαλονίκη, γιά να κατηφορίσει προς την πανεπιστημιούπολη.
Ζεί απ’ τον Σεπτέμβρη -εκει στα τέλη δεκαετίας 70,- σ’ αυτή την ξεχωριστή μοναδική πόλη, την έχει ερωτευτεί και καθημερινά γεύεται την γλύκα της και χαίρεται την μαγεία της.
Οι πρόσχαροι ωραίοι ντόπιοι μυρίζουν καλοσύνη, ευγένεια, δοτικότητα και καθαρότητα.
Προφέρουν την πόλη τους, με δύο λάμδα ‘ λλ” ενώ την γράφουν με δύο ” σσ’ σίγμα.
Δεν χρησιμοποιούν το κτητικό ”μου” αλλά το αγαπητικό ” με” και το ”σε” Να σε φέρω γλυκό γιαβρί μου;
Στην Ροτόντα αισθάνεσαι την βαριά παρουσία Βυζαντινών αυτοκρατόρων, απ’ την πάνω πλευρά της Εγνατίας, στην παλιά Εβραϊκή γειτονιά νιώθεις την παρουσία των αθώων πλασμάτων που έσβησαν στο Άουσβιτς, παντού ακούς τα πέταλα των αλόγων με τους απελευθερωτές Έλληνες καβαλάρηδες και τις ζητωκραυγές του λαού και στ’ ανατολικά ολοκάθαρο το ψιθυριστό κλάμα των νηστικών παιδιών της προσφυγιάς .
Μπορεί να’ναι ο αέρας του Θερμαϊκού, οι μυρωδιές, η ιστορία, η ασφάλεια που νιώθεις,ο παλιός κοσμοπολιτισμός, η ελευθερία, η γνησιότητα των ανθρώπινων σχέσεων.
Ότι και να’ναι πάντως, εκείνος συνειδητά την αγαπάει.
Έχει μια θαυμάσια φοιτητική ζωή στην πόλη, μαθαίνει, αποκτά γνώσεις,ανυψώνεται ο νους του, ζυμώνονται οι ιδέες του στα χοχλαζοντα αμφιθέατρα, δημιουργεί παρέες, βρίσκει συνοδοιπόρους, έχει ελεύθερο χρόνο και το πιο σπουδαίο δεν δουλεύει και δεν κουράζεται.(Το διάβασμα,την μελέτη και την παρακολούθηση μαθημάτων, τάχει κατατάξει στα ευφραντικά, στά εύκολα καί στα αναγκαία χρηστικά ευχάριστα).
Προορισμός του παιδιού αυτό το δειλινό, είναι η φοιτητική λέσχη στο κέντρο της πανεπιστημιούπολης, για το βραδυνό συσσίτιο.
Για βραδυνό Σαββάτου έχει ξηρά τροφή, -κονσέρβα φασολάκια, μπάμιες η αρακά-, ένα αυγό βραστό, φέτα τυρί, ένα μήλο η ένα πορτοκάλι καί ψωμί.
Την Κυριακή η λέσχη είναι κλειστή κι οι ξενομερίτες φοιτητές από στερημένες οικογένειες, δυσκολεύονται να βγάλουν αυτή τή μέρα κι’ όπως μπορεί ο καθένας, ανάλογα με τα οικονομικά του, εχει λίγο ή ελάχιστο πρόχειρο φαγητό.
Οι οικονομικά πιό ανήμποροι, έβαζαν στον αλουμινένιο δίσκο μαζί με την ξηρή τροφή καί τέσσερεις -πέντε φέτες ψωμί.
Η γλυκειά καλοσυνάτη τραπεζοκόμος η φεγγαροπρόσωπη κυρά Χρυσούλα έκανε τα στραβά μάτια γιατί τα συμπονούσε αυτά τά φτωχά παιδιά κι όταν σέρβιρε με κουτάλα, η σπάτουλα, πάντα τους έβαζε λίγο παραπάνω φαγητό.Μπορεί νάταν και εκατοντάδες τα παιδιά,αλλά εκείνη τα γνώριζε ένα πρός ένα.
Πριν κλείσει η λέσχη όλοι αυτοί οι αναγκεμένοι φοιτητές, περίμεναν υπομονετικά μήπως περισσέψει κανένα αυγό, τυρί η φρούτο – τις κονσέρβες τις έπαιρναν πίσω στην αποθήκη- για να τους μοιράσει με χαρά η κυρά Χρυσούλα στο τέλος.
Πάντα περίσσευαν τρόφιμα – μερικοί πήγαιναν στα κοντινά χωριά τους, άλλοι δεν είχαν και τόσο ανάγκη,- κι έτσι οι ενδεείς έβγαζαν τίς Κυριακές, ουσιαστικά ζητιανεύοντας, με δυο φέτες ψωμί, ένα αυγό, λίγο τυρί, ενα μήλο ή ένα πορτοκάλι.
Τούτο το λεπτό δυνατό μελαχρινό παιδί, με τα σγουρά μαλλιά, τα πεταχτά αυτιά, τον ήλιο στην καρδιά και την νιότη αγκαλιά , απο έφηβος σχεδόν – οι συνθήκες κι η επιβίωση αυτό επέβαλαν- είχε πάρει την ζωή στα χέρια του-χωρίς να την φοβάται.
Οι ταλαιπωρημένοι γονείς του στο χωριό ( Αρχοντοχώρι Ξηρομέρου) περνούσαν δύσκολους οικονομικούς χειμώνες , δέν μπορούσαν να βοηθήσουν κι΄έτσι εκεινος ζούσε στην Αθήνα -με τό αδερφό του- σπουδάζοντας καί δουλεύοντας συγχρόνως.
Ζούσε σε δύσκολες ιδρωμένες συνθήκες, αλλά έτσι γνώριζε τον κόσμο, δεν ηταν δα και ποτέ καλομαθημένος, ούτε βέβαια ένιωθε και καθημερινός ήρωας.
Δυόμισυ μήνες το καλοκαίρι σκληρή δουλειά σε ξενοδοχεία, κρουαζερόπλοια, κέντρα διασκέδασης, εστιατόρια καί ταβέρνες κλπ, 15 μέρες Χριστούγεννα κι άλλες τόσες το Πάσχα, τού έφταναν αυτά τα μεροκάματα – με δωρεάν φαγητό στη λέσχη- για το φτηνό ενοίκιο μιάς κάμαρης σε φοιτητογειτονιά της Θεσσαλονίκης, για ρεύμα, λίγο γάλα με φρυγανιές για πρωινό, φαγητό τις κυριακές, μικροέξοδα σπιτιού , φροντιστήριο Αγγλικών, βιβλία, κανένα ρούχο ,σινεμά, καφέ καί σπάνια καμιά διασκέδαση.
Κάποια απρόοπτα και μη αναμενόμενα- όμως αναγκαία -έξοδα τον Γενάρη, τον έβγαλαν απ’ τον προϋπολογισμό του, τέλειωσαν τα λεφτά και τώρα τον υποχρεώνουν για επιβίωση, να κατέβει με το τραίνο στην Αθήνα την ερχόμενη Τετάρτη, για να δουλέψει εξη καλά μεροκάματα, όπως ήδη έχει συνεννοηθεί.
Θα δουλέψει- όπως καί την προηγούμενη χρονιά- από Τετάρτη μέχρι στις 5 τα ξημερώματα Κυριακής ( τέσσερα 13ωρα μεροκάματα) σε χοροεσπερίδες στο Hilton.
Μετά απο εκεί , άυπνος ( θα κοιμηθεί ελάχιστα στο παγκάκι της στάσης, περιμένοντας το λεωφορείο στο Ζάππειο) στις 9 το πρωί θα βρίσκεται σε μεγαλοταβέρνα στη Βάρη (έχει πολύωρη, δύσκολη απαιτητική προεργασία, με δεκάδες ψητά αρνιά, για μια αποκριάτικη μέρα)
Χωρίς ανάσα , σκληρή 20ωρη δουλειά με πολύ ιδρώτα και τρέξιμο, μέχρι τα ξημερώματα της Καθαρής Δευτέρας.
Δυο- τρεις ώρες ύπνος στο πατάρι της Ταβέρνας, και μετά αστικό λεωφορείο καί 30λεπτο περπάτημα, για την ψαροταβέρνα στο Τουρκολίμανο .
Ξεκινάς το 17ωρο μεροκάματο του τρόμου στις 8 το πρωί, για την προετοιμασία των νηστίσιμων θαλασσινών και ο τελευταίος πελάτης φεύγει μαζί με την καθαρά Δευτέρα.
(Από το σάββατο μεσημέρι , θα επιστρεψει αποκαμωμενος, διαλυμένος στο σπίτι , ξημερώματα Τρίτης, μετα από 50 ωρες κοπιαστικής δουλειας καί μονο τρεις με τέσσερις ωρες λαγού ύπνο.)
Μιλιούνια ο κόσμος, πολλά τά φιλοδωρήματα, ποτάμια ο ιδρώτας, να λιώνει το κορμί, αλλά αξίζει ο κόπος, είναι νέος, αντέχει κι’ οι παράδες πολλοί πού φτάνουν να πληρώσει ενοίκιο Απριλίου και να την βγάλει ανθρώπινα μέχρι τό Πάσχα.
Τούτο τό απόβραδο Σαββάτου κατηφορίζοντας ,κάνει λογαριασμούς του… καί εχει στην άκρη ..1)τα απαραβίαστα λεφτά για το ενοίκιο Μαρτίου ( μιας μικρής καμαρης, χωρίς θέρμανση, με ξύλινο παλιό πάτωμα, γεμάτο ροζους και χαραμάδες να μπαίνει φως και αέρας απ’ το υπόγειο, ένα ντιβάνι, ένα πτυσσόμενο τραπεζάκι, μια καρέκλα και μια ξύλινη παλιά ντουλάπα) …..
και 2) τα ναύλα για Αθήνα.
Του μένουν, υπολογισμένα και χρήματα για το φαγητό της Κυριακής. Μακαρόνια με κιμά και τρείς φέτες ψωμί για μεσημεριανό και ένα γύρο/σουβλάκι τυλιχτό και μια μπουγάτσα για βραδυνό.
Πρέπει να’ναι προσεκτικός στα έξοδα μέχρι πενηντάλεπτο, γιατί πέραν της αξιοπρέπειας να μην ζητάει δανεικά ,δεν υπήρχε και κανείς που να μπορεί καί να τού δανείσειΙ
Ο Γρηγόρης ο φοιτητής Νομικής, φίλος απ’ το Αγρίνιο, και συγκάτοικος της διπλανής κάμαρης, ανήκει στην οικονομική τάξη όσων περιμένουν στην ουρά τού Σαββάτου, για το περισσεύματα της ξηρής τροφής.
Ο Απόστολος ο Σερραίος φοιτητής, τις Κυριακές έτρωγε σε μια θεία του, είχε αποκούμπι, αλλά δεν είχε πουγκί.
Ο άλλος, ο καλός Αθηναίος, συμφοιτητής και φίλος ο Βαγγέλης , εγγονός πρωθυπουργού, πλούσιος ( διέμενε σε καλό ξενοδοχείο και φυσικά δεν έτρωγε το λιτό φαγητό στην λέσχη) και αν χρειαζόταν ήταν αρωγός, είχε φύγει για Αθήνα κι από εκεί με την οικογένεια του, θα πήγαινε για το αποκριάτικο καρναβάλι στην Βενετία.
Παρ ότι πολύ νέος , είχε αναπτύξει ανώτερες ψυχοπνευματικές αρετές, -όπως αυτές της αξιοπρέπειας, τιμής, ντροπής, ευπρέπειας – που δεν τού επέτρεπαν να κλαίγεται, να τόν λυπούνται η να φανερώνει την αδυναμία του.
Κι έτσι πάντα είναι περιποιημένος, ευγενικός,με καλούς τρόπους, ευθυτενής, σχεδόν καλοντυμένος – σήμερα φοράει κασμιρενιο μπλέ σακάκι, άσπρο μάλλινο πουλόβερ ζιβάγκο, γαλάζιο ζεστό κασκόλ, καλό τζιν παντελόνι και δετά καλογιαλυσμένα δερμάτινα παπούτσια- με αποτέλεσμα η κυρά Χρυσούλα να μην του βάζει παραπανίσιο φαγητό, γιατί τής έμοιαζε περισσότερο για μεσοαστός και φυσικά έπαιρνε,- όσες δηλαδή δικαιούταν – δυο φέτες ψωμί.
Διεκδικούσε με κόστος, τα παράσημα, του υπερήφανου, καλού καί χρήσιμου ανθρώπου.
Δεν έκρυβε ούτε ντρεπόταν πού είναι εργάτης -βιοπαλαιστής- φοιτητής, δεν παραπονιόταν ποτέ, αλλά δεν το διαλαλούσε κιόλας, ούτε το εκμεταλλευόταν καί εξ άλλου η εργατική τάξη πάει στον παράδεισο.
Έχει φτάσει στην Πανεπιστημιούπολη -με τούς μεγάλους ελεύθερους χώρους, τά παγκάκια ,τα νεαρά δένδρα ,τούς θάμνους, τούς πεζόδρομους και τα λουλουδένια παρτέρια – καί πλησιάζει την τεράστια συνηθισμένη ελικοειδή ουρά με τα καρτερικά παιδιά, στήν αναμονή για να μπούν στην φοιτητική λέσχη φαγητού.
Λίγο πρίν στρίψει αριστερά στο παρτέρι , βλέπει – σχεδόν σε οπτασία- να’ρχεται πρός εκείνον, απ τήν αντίθετη κατεύθυνση ,μιά λιγερή πανώρια κόρη με το σμιλευμένο καλλιγραφημένο κορμί της να αγκαλιάζει ένα καμηλό γούνινο στιλάτο παλτό, μιά αιθέρια ύπαρξη με αέρα εκλεπτυσμένης αρχόντισσας, βηματισμό καί κίνηση ελαφίνας, χορεύτριας καί μοντέλου, με καστανόξανθα βελούδινα μαλλιά να τα λούζουν λίγες ξεχασμένες ηλιακτίνες τού δειλινού καί ν’ ανεμίζουν στούς ρυθμούς τού αγέρα.
Ήταν η Τερψιχόρη ( παράξενο, ωραίο και ταιριαστό όνομα) μιά πρωτοετής φοιτήτρια Φιλοσοφικής απ την Καστοριά.
Είχαν ειδωθεί, γνωριστεί, βρεθεί καί μιλήσει για λίγο,αρκετές φορές στό παρελθόν, σε γενικές συνελεύσεις, σε πορείες, σε καλλιτεχνικές βραδιές στην Εστία, στην βιβλιοθήκη καί αλλού, αλλά πάντα μέ άλλους μπροστά.
Τήν παρατηρούσε πάντα εκστασιασμένος ο νεαρός, διακριτικά καί σεβαστικά κι ειχε γοητευτεί απ΄τα μεθυστικά εκφραστικά πανέμορφα γαλανοπράσινα μάτια της ,τους καθρέπτες της ψυχής, τ’αναγνωστικό της ουσίας τού κόσμου και Ευαγγέλιο νοήματος ύπαρξης, απ’ το αψεγάδιαστο λαμπερό νεανικό της πρόσωπο με φανερωμένες αλήθειες καθαρότητας αγνότητας καί ποιότητας, απ’ τήν γλυκειά κελαιδιστή φωνή καί τον λόγο της, πού μαρτυρούσε ευγένεια, καλλιέργεια καί υψηλή συναισθηματική νοημοσύνη.
Όλα αυτά τα γήινα ιερά, μαζι με την καθηλωτική ερωτική της έλξη,την συγκίνηση που σκορπούσε,την αξιακή της αποδοχή, τό θαυμασμό και τα ασυνείδητα μυστηριακά, ….οδήγησαν στην νομοτελειακή μάγευση τού νεαρού παιδιού καί τόν θρονιασαν στόν μαγικό κόσμο της αισθητικής, τού κάλλους καί του ονείρου, στην λίμνη των συναισθημάτων, εκεί που χορεύει η καρδιά με μια ματιά κι χρόνος συμπυκνώνεται καί γίνεται συμπαντική αιώνια αγια στιγμή.
Κόρη μεγαλογουνεμπόρου η Τερψιχόρη, -όπως είχε φροντίσει να πληροφορηθεί- είχε οικονομική άνεση , έμενε σε σύγχρονο επιπλωμένο τριάρι σπίτι, με τηλέφωνο καί με καλοπληρωμένη σπιτονοικοκυρά να της μαγειρεύει ότι ποθεί η ψυχή της, να καθαρίζει, νά πλένει καί να της σιδερώνει.
Τήν είχε δει και στό πολυτελές αυτοκίνητο του πατέρα της, ενα αστραφτερό ασημένιο Audi.
Ο λόγος κι η αιτία που δεν την είχε πλησιάσει καί δεν άφηνε να εννοηθούν να φανούν οι καρδιακές του αρρυθμίες, δεν ήταν τόσο τό χάσμα των τάξεων, ούτε η σαγηνευτική ομορφιά της, μηδέ ο φόβος να χάσει την εγωτική πανοπλία του, η να πληγωθεί- αν και μερικές φορές ψιθύριζε στον ευατό του.
<Πού θές να πάς ρε Καραμήτρο!!>> Παρά τήν αυτοπεποίθησή του, στην θύμησή της, ζύγιζε τον ευτό του, τον μέτραγε καί τον έβγαζε ελλειπή καί αχαμνό.
Ώριμος για τα χρόνια του, πίστευε στην αυτοδιάθεση τού ανθρώπου, στό αναφαίρετο δικαίωμα της γυναίκας να είναι ελεύθερη , να μην αισθάνεται κατ’ελάχιστο ότι απειλείται, στο αδιαπραγμάτευτο προνόμιο της να επιλέγει εκείνη τον σύντροφό της κι όχι σαν θήραμα να κινδυνεύει από αρσενικούς κυνηγούς..
Απεχθανόταν το αρπακτικό ”εγώ ‘ πορευόταν με το σπαρακτικό του ,;” εγώ’
Παρ ότι δέν ηταν πρωτόμπαρκος καί στην ζωή τολμηρός, εδώ φάνηκε συνεσταλμένος, σχεδόν διστακτικός κι ας είχε κάποια δείγματα συμπάθειας, εκείνος τα ερμήνευε σαν επιθυμητά παιχνίδια του μυαλού καί της φαντασίας του γεννήματα.
Τ’αφησε στην μοίρα, αν θέλανε η ζωή,η τύχη,η φύση κι θεά Αφροδίτη, θά συνομωτούσαν να γίνει τό θαύμα.
Και να που τυχαία τώρα συναντήθηκαν , χαμογέλασαν ζεστά… είπαν ..πόσο χαίρομαι που σε βλέπω! τι κάνεις ;.. κραύγαζε η χαρά τους…και μετά κατά παράδοξο, ανεξήγητο τρόπο, λες και ήταν έτοιμοι από παλιά, βρέθηκαν στην μέση της πανεπιστημιούπολης, να μιλάνε ,να γελάνε, μέσα στο αγιάζι, με το κρύο να φτάνει στο κόκαλο, χωρίς αντιληπτούς χρόνους, ολομόναχοι οι δύο τους, στον κόσμο τούτο.
Ξέχασε ο νέος γιατί κατέβηκε μέχρις εδώ, πως αν κλείσει η λέσχη,θα μείνει νηστικός για το βράδυ, το πεπρωμένο όμως αλλα όρισε εκείνος ταξίδευε σε ωκεάνιο ταξίδι ευτυχίας, σε πελάγη πάθους, έρωτα και ψυχικών αναστάσεων.
Έδυσε ήλιος, άναψαν τα φώτα της πλατείας καί τών πεζοδρόμων, αλλά οι δύο νέοι,τα δυο παιδιά ακόμη εκεί στο κρύο σταυροδρόμι.. οπότε λέει το κορίτσι.
< Ξεπαγιασαμε , πάμε για καφέ, να ζεσταθούμε και λίγο; >>
Δεν το περίμενε , ακούστηκε σαν .
Πάμε μια βόλτα στο φεγγάρι!!!!
Σέ λίγο βρέθηκαν στο κοντινό ακριβό restaurant-cafe στον πύργο του ΟΤΕ.
Ευτυχώς που η Τερψιχόρη κατευθύνθηκε στον χώρο του καφέ, – είχε κι αυτή την αγωνία -γιατί στο εστιατόριο και τα ναύλα για Αθήνα να ξόδευε, πάλι δεν έφταναν τα λεφτά.
Ήταν βλέπεις κι αυτός ο χαρακτήρας του,ο άγγελος και δαίμονας του, η ριζωμένη νοοτροπία που δεν τού επιτρέπει η γυναίκα να πιάνει..” πορτοφόλι, πόμολο, μπουκάλι κι ‘ αναπτήρα., παρ’ ότι βαθειά μέσα του καταλάβαινε ότι ναι μεν είναι ιπποτική στάση, αλλά δεν βοηθάει ιδιαίτερα στήν ισότητα καί στην γυναικεία χειραφέτηση.
Μια μηλόπιτα,. ένα ποτήρι φρέσκος χυμός φρούτων και γαλλικός καφές για την Τερψιχόρη καί εκείνος περιορίστηκε ,( λες και ο προυπολογισμός τού επέτρεπε) σ’ ένα καφέ φίλτρου.
Από εκεί ψηλά, με την στρογγυλή τεράστια αίθουσα σε αθέατα γρανάζια, να γυρίζει ανεπαίσθητα για απεριόριστη θέα, έβλεπε την πανεμορφια του Λευκού Πύργου, τον Θερμαϊκό , την Ροτόντα, την Καμάρα, το Γεντί κουλέ και σε κάθε εικόνα του έξω θαυμαστού χώρου, βασίλευε στο κέντρο η ζωντανή προσωπογραφία της Τερψιχόρης.
Μ’αυτά τα θεσπέσια κάδρα σαν εικονίσματα, θα στολίζει η ψυχή το τρικαταρτο καράβι της, όταν ταξιδεύει τα καλοκαίρια σε Αιγιοπελαγιτικα νησιά.
Συγκλονισμένος απ’ το εικαστικό έσαρκο αριστούργημα που’χε απέναντι του,ένιωθε απέραντη ευφορία απ την ανάσα της που μύριζε κανέλλα, χανόταν στην λάμψη των ματιών της κι έψαχνε χαραμάδα να μπει, σάν προσκυνητής στον κόσμο της.
Στο αλαβάστρινο πρόσωπο της διάβαζε την αλήθεια του υπαρκτού, και στα κερασενια χείλη της ακουμπούσε τα όνειρα του.
Αυτή την στιγμή αξίζει να μεταλαμβάνεις μάτια μου, όχι δικαιωματικά, αλλά σαν θείο άκρως εμπιστευτικό δώρο!!!. .. ψιθύρισε για να τ’ακούσει ο μεθυσμένος εαυτός του.
Μιλήσανε για τις σπουδές, για φιλοσοφία, για πολιτική – ακουγόταν ήδη ο αχός τών συνθημάτων ”αλλαγη”- για την πόρτα της ΕΟΚ, για την πόλη της και λίγα γενικά για τίς οικογένειές τους.
Συνεπήρε το παλληκάρι η συγκρότηση, η ευφράδεια λόγου, η μουσική προφορά, ο σεβασμός στον χρόνο του συνομιλητή κι όλα εκείνα που πέραν της αρμονικής σωματογραφικής της αρχιτεκτονικής και της εκθαμβωτικής ομορφιάς, φαινόταν καί γιά τα 18της χρόνια, μια ξεχωριστή ολοκληρωμένη προσωπικότητα.
Πέρασε η ώρα, έπρεπε να φύγουν.
Ήρθε κι ο λογαριασμός, -ευτυχώς δεν χρειάστηκαν λεφτά απ’ τά ναύλα- πλήρωσε ο νέος, αφήνοντας μάλιστα και καλό φιλοδώρημα
Άρχοντας, γενναιόδωρος, bon viveur καί συγχρόνως αφραγκος.
Ξόδεψε τα λεφτά του φαγητού της Κυριακής, οπότε πάνε τα μακαρόνια με κιμά, ο γύρος κι η μπουγάτσα, έγιναν καφές, μηλόπιτα, χυμός φρούτων και φιλοδώρημα.
Τώρα, αύριο και μέχρι το μεσημέρι της Δευτέρας που θα ανοίξει η λέσχη, θα έχει υποχρεωτική απόλυτη νηστεία.
Τίποτα απ’ όλα αυτά τα μικρά κι ασήμαντα, δεν σκεπτόταν τούτη την στιγμή.
Βρισκόταν σε παραδεισένια αγγελικά πλασμένα μέρη, με εξαίσια μουσική τυμπάνων από χτύπους καρδιάς, περπατούσε σε τόπους φωτιάς αναστενάρηδων και με χαλασμένα φρένα συναισθηματικής προστασίας, καμμένο τον θερμοστάτη του βασικού πρωτογονικουένστικτου, και με πυρετό σαράντα, βάδιζε εθελοντής αιχμάλωτος, προς τα ασυνείδητα ανείπωτα γραμμένα.
Περπατώντας προς την λεωφόρο Στρατού, δεν μιλουσαν,ούτε χρειαζόταν, η γλώσσα των σωμάτων και τα μάτια ..τα έλεγαν όλα.
Θά σέ δώ αύριο; λέει η Τερψιχόρη.
Έκπληξη – κάποιο θαύμα έγινε και κάνει Εκείνη το πρώτο βήμα-και συγχρόνως μαχαιριά στα στήθη του νεαρού.
<<Λυπάμαι αλλά έχω κάποιες ανειλημμενες υποχρεώσεις> τής απαντά απογοητευμένος.
. Τι να πει ! πού να του πει ο παπάς στ’αυτι..!
Ανάγκης το κατά συνθήκη ψέμα.
Οτι με τον παγωμένο Βαρδάρη δεν μπορείς να κάτσεις σε παγκάκια, δεν υπάρχουν λεφτά για σινεμά, η για καφέ, αλλά ούτε και για σπίρτα.
<<Τότε την Δευτέρα το απόγευμα στην Εστία, έχει παρουσίαση τού βιβλίου της, η καθηγήτρια μου, θαρθεις?>>
<Μα φυσικά, είναι τιμή μου και με μεγάλη μου χαρά ..Θα σε περιμένω στην είσοδο.>>. τής απάντησε με ανυπόκριτο ενθουσιασμό.
Σταμάτησαν ένα ταξί, της άνοιξε την πόρτα ο νέος, ένα ευχαριστήριο χειροφίλημα, ένα υποσχετικο λατρευτικό βλέμμα κι η Τερψιχόρη χάθηκε μες την νύχτα..
Κίνησε το παλλικαράκι γιά την γειτονιά του στίς σαράντα εκκλησιές ,με τίς πολλές ανηφοριές κι ο νους του πλανιόταν σε ζώνες αθανασίας, είχε αλλάξει εντός του ο ρυθμός τού κόσμου, δεν πατούσε στο πλακόστρωτο ,αλλά περπατουσε στην φωτεινή πλευρά του φεγγαριού, κολυμπούσε μέ την Τερψιχόρη τών αναστεναγμών σε γλυκές θάλλασες συναισθημάτων , ανέπνεε ανθρώπινη ευτυχία και μύριζε παντού άγρια μέντα,βασιλικό,γιασεμί και δυόσμο.
Έφθασε στο σπίτι, μπήκε στην παγωμένη καμαρη, πήρε βαθειά αναπνοή καί σιγοψιθυρισε.. Τι μέρα καί τούτη Θεέ μου,!!
Αύριο θαχει ν’ αντιμετωπίσει τον ενυλο βιολογικό νηστικό εαυτό του και τα επαναστατημμένα για καύσιμη ύλη κύτταρα του.
Θα τον πείσει πιστεύει, με το άγιο επιχείρημα ότι ο έρωτας για να βγάλει φτερά και να πετάξει, θέλει θυσίες.
Ξάπλωσε στο ντιβάνι, μ’ ένα απόκοσμο ευτυχισμένο χαμόγελο πληρότητας, πήρε ένα παχύ κερί, το άναψε, έκανε μια σπηλιά με τα πανωσκεπάσματα, για να ζεσταθεί λίγο και να φύγει η πολλή παγωνιά κι η υγρασία, έσβησε το φώς, έκλεισε τα βλέφαρα και ταξίδεψε για να’βρει καί ν’αγκαλιαστει με τα δικά της ευωδιαστά ερωτικά έγχρωμα όνειρα .!!!

