«Κούλουμα» – Χρονογράφημα του Κώστα Βάρναλη

Σήμερα είναι μία από τις πλέον αγαπητές, λαϊκές γιορτές της χώρας μας που συνδέονται άρρηκτα με τις παραδόσεις του τόπου μας. Για αυτό και διαλέξαμε να παρουσιάσουμε ένα χρονογράφημα του Κώστα Βάρναλη , γραμμένο και δημοσιευμένο σε δύσκολους καιρούς, στις 8 Μαρτίου 1943, στη στήλη «Τέχνη και Ζωή» της «Πρωίας», της εφημερίδας όπου ο μεγάλος ποιητής είχε βρει φιλόξενη στέγη από τα χρόνια. της μεταξικής δικτατορίας (τότε, βεβαίως, δεν έβαζε την υπογραφή του, μέχρι που ξέσπασε ο πόλεμος). Ο Βάρναλης περιγράφει πώς γιόρταζαν τα Κούλουμα οι Αθηναίοι τα χρόνια της νιότης του – ο Βάρναλης ήρθε στην Αθήνα δεκαοχτάχρονος, το 1902, για να σπουδάσει φιλόλογο.

Το χρονογράφημα είναι σύντομο, αλλά αξίζει να επισημάνουμε πως ο Βάρναλης θεωρεί γνήσια λαϊκή γιορτή μόνο τα Κούλουμα, ενώ χαρακτηρίζει βεβιασμένη και υποκριτική την αποκριάτικη διασκέδαση. Αυτή η αίσθηση μπορεί να είναι και προσωπικό γούστο, αλλά για τον πλήρως πολιτικοποιημένο Κώστα Βάρναλη, ίσως να συνδέεται και με τη λαϊκή ματιά: για όσους είχαν την άνεση να ξοδέψουν σε κοσμικούς χορούς, αποκριάτικα κοστούμια και συνεχή ξενύχτια, ξεχωρίζουν οι δυο εβδομάδες της απόκριας. Για τον απλό λαό όμως, η αργία της Καθαράς Δευτέρας ήταν πιο ελκυστική.

Εξ άλλου, ο μεγάλος ποιητής παρατηρεί ότι σε προηγούμενα χρόνια τα Κούλουμα ήταν αφορμή για μαζικό, λαϊκό γλέντι στους δρόμους, όπου όλοι γίνονταν ένα. Ήδη όμως από τότε, είχε αρχίσει να ξεφτίζει αυτή η μαζικότητα και οι περισσότεροι προτιμούσαν να περνούν τη γιορτή «ιδιωτικά». Βεβαίως, αυτή η πραγματικότητα προφανώς είχε να κάνει και με την περίοδο της Κατοχής, αλλά όπως γνωρίζουμε πλέον, σε μεγάλο βαθμό έτσι εξελίχθηκε και τις επόμενες δεκαετίες, αν και ακόμα υπάρχουν μαζικές εκδηλώσεις και παραδόσεις που κρατούν το χαρακτήρα τους.


ΚΟΥΛΟΥΜΑ (Πρωία, 8.3.1943)

Μια φορά κι έναν καιρό η καθαυτό Απόκρια ήτανε η Καθαρή Δευτέρα. Γιορτή του υπαίθρου, όπως κι η Πρωτομαγιά. Και προ παντός λαϊκή. Σωστό πανηγύρι έξω στον ήλιο και στον αέρα, όπως ήτανε κι όλες οι γιορτές των αρχαίων. Μάταια η Απόκρια από δυο εβδομάδες προσπαθούσε να θορυβήσει. Μάταια οι μουτσούνες, τα ντόμινα, τα ξελαρυγγίσματα, οι ροκάνες, οι φούχτες τα κομφετί και οι σερπαντίνες προσπαθούσανε να παραστήσουνε τη διασκέδαση. Μάταια οι δημόσιοι χοροί των διαφόρων συλλόγων κι οι επιτροπές του Καρναβάλου με τα βραβεία τους προσπαθούσανε να φέρουν σε κλειστό χώρο ή να βγάλουν έξω στους δρόμους την ευθυμία και το πνεύμα. Έπρεπε να έρθει η Καθαρή Δευτέρα, για να βάλει τα πράματα τη θέση τους. Τότε μονάχα η κοινοτυπική κραυγή: «σε γνωρίσαμε!» μπορούσε να «απευθυνθεί» στην Ευθυμία. Γιατί μονάχα τότε τη γνωρίζαμε κατά πλάτος και κατά βάθος.

Η ευθυμία τότε δεν ήτανε φκιαχτή. Δεν ήτανε υπόθεση ομάδων και δρόμων. ΄Ητανε φυσικό κι αυθόρμητο ξέσπασμα του λαού στο ύπαιθρο: στεριά και περιγιάλια. Χωρίς μάσκες, χωρίς αλλαξίματα φορεσιάς ή φύλου, χωρίς προσπάθεια. Οι στήλες του Ολυμπίου Διός, τα Φάληρα, η Κολοκυθού ήσαν τα σπουδαιότερα σημεία της εξόδου. Αφού ο λαός επί δεκαπέντε μέρες προσπαθούσε να γελάσει και δεν τα κατάφερνε γιατί έβγαινε από τη φυσικότητά του και παράσταινε κάτι άλλο απ’ ό,τι πραγματικά είναι, άμα ξημέρωσε η Καθαρή Δευτέρα ξανάμπαινε στον όχτο του και ξανάβρισκε τον εαυτό του. Κι έτρεχε κοπαδιαστά στην εξοχή να ξεσκάσει από τη «βεβιασμένη», την «κατά συνθήκην» υποκρισία των ημερών της Αποκριάς.

Η μια μέρα άξιζε περισσότερο από τις δεκαπέντε. Και σε μια μέρα γλεντούσε περισσότερο από όσο σε δυο βδομάδες.

Τα Κούλουμα ανάγονται σε πολύ παλιά εποχή. Κι οι λαογράφοι την θεωρούν επιβίωση ειδωλολατρικής γιορτής. Πάντως, μονάχα οι ειδωλολάτρες ξέρανε να γιορτάζουν αληθινά. Κι αν δεν είναι σωστή η γνώμη των λαογράφων, πάντως είναι σωστή η γνώμη των ψυχολόγων, που θέλουνε να εξηγήσουνε τα Κούλουμα ως ανάγκη του ανθρώπου να επανέλθει ύστερα από μακρινή προσπάθεια τεχνητής ευθυμίας στην πραγματική, τη φυσική ευθυμία.

Πίπιζες, γκάιδες, νταούλια συνοδεύανε τα υπαίθρια γλέντια του λαού. Κυρίως οι στήλες του Ολυμπίου Διός ήσαν το σπουδαιότερο, γιατί ήσαν και το πρωταρχικό σημείον της εξόδου. Σκόρδα, βρεχτοκούκια, χαλβάδες και ταραμάδες, ελιές και τουρσιά και λαγάνες –μύριζε όλο το ύπαιθρο σαρακοστή κι όμως ήτανε Απόκρια. Γιατί ο κόσμος γλεντούσε. Έπινε, τραγουδούσε, χόρευε. Κι ο ήλιος, που αγαπά το λαό, έβαζε τα καλά του και φώτιζε και θέρμαινε τη γης.

Αν ήσαν πολλοί όσοι γλεντούσαν, ήσαν περισσότεροι όσοι βγαίνανε έξω για να ιδούνε τους άλλους να γλεντάνε. Και να διασκεδάζουνε βλέποντας. Παρ’ όλα τα αυστηρά ήθη του καιρού εκείνου, οι γυναίκες είχαν το πρόσταγμα. Αυτές στρώνανε το τραπέζι, αυτές κερνούσανε και χορεύανε πρώτες και καλύτερες. Έχει πραγματική ισότητα των φύλων, αν όχι αντιστροφή της ανισότητας.

Όλη η Αθήνα ήταν έξω από την Καθαρή Δευτέρα. Τώρα είναι πολλά χρόνια που κι αυτό το πανηγύρι ξέφτισε. Κι ίσως στις επαρχίες να σώζεται ακόμα. Σήμερα στην πρωτεύουσα τα Κούλουμα χάσανε το λαϊκό τους χαραχτήρα κι από γιορτή του ύπαιθρου γεννήθηκε οικογενειακή συγκέντρωση και «πάρτι». Κι αντίς ν’ ακούς την πίπιζα και «της ακρίβειας τον καιρό», ακούς φωνόγραφο και το «λες και ήταν χτές»…