Τα Πάθη του Χριστού στη λαϊκή ποίηση- Του συνάδελφου Νίκου Αλεξόπουλου

Η Μεγάλη Εβδομάδα των Παθών του Χριστού, δε θα μπορούσε να έρθει σε πιο ταιριαστή περίοδο για όλους τους πιστούς ανά την υφήλιο, αφού ο πλανήτης διανύει τα δικά του Πάθη με την κρίση του κορωνοϊού να επηρεάζει τις ζωές δισεκατομμυρίων συνανθρώπων μας.

Ακριβώς όμως για αυτό το λόγο το μήνυμα των Παθών του θεανθρώπου φέτος λαμβάνει έναν ξεχωριστό συμβολικό ρόλο, που ανταποκρίνεται στις πραγματικές μας ανάγκες και ελπίδες. Όπως ο Χριστός υπέμεινε τα Πάθη μέχρι τη λύτρωση της Ανάστασής του, έτσι κι εμείς υπομένουμε την πρωτοφανή αυτή κατάσταση, με Πίστη ότι σύντομα θα έρθει και η δική μας λύτρωση-Ανάσταση.

Γιατί, ακριβώς ο συμβολισμός της ζωής του Χριστού, των Παθών και της Ανάστασής του όχι μόνο δεν είναι κάτι ξεκομμένο από τις ζωές των πιστών, αλλά είναι συνυφασμένος με την καθημερινότητά μας.

Αντίστοιχα, η λαϊκή ποίηση συμπεριέλαβε στο μεγάλο κύκλο της καθετί που της κινούσε το ενδιαφέρον, δηλαδή τη χαρά, τη λύπη, την ξενιτιά, την πατρίδα, ουσιαστικά κάθε αξιοπρόσεκτη εκδήλωση της ζωής. Τα Πάθη του Χριστού δε θα μπορούσαν να αποτελούν εξαίρεση.

Τα μοιρολόγια για τα πάθη του Κυρίου είναι διαδεδομένα σ’ όλα τα μέρη της Ελλάδος με μεγάλες ή μικρές παραλλαγές.

Σε πολλά χωριά της Ηλείας κάθε Μεγάλη Παρασκευή τα γυναικόπαιδα κάθονται σταυροχεριασμένα ολόγυρα στον «Εσταυρωμένον» και λένε το παρακάτω μοιρολόγι, το οποίο είναι ίσως το μεγαλύτερο και πιο αντιπροσωπευτικό των αντίστοιχων παραλλαγών που λέγονται σε όλη την Ελλάδα.

Ο ποιητής ή οι ποιητές έχουν χαθεί στο βάθος του χρόνου. Αυτό που έχει απομείνει είναι το μοιρολόι που κάνει ακόμα και την πιο σκληρή καρδιά να ραγίσει και να μπει βαθιά στο μεγάλο νόημα των Παθών του Θεανθρώπου!

Νίκος Αλεξόπουλος

.

Σήμερα μαύρος Ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα,

σήμερα όλοι θλίβουνται και τα βουνά λυπούνται,

σήμερα έβαλαν βουλή οι άνομοι Οβραίοι,

οι άνομοι και τα σκυλιά κι’ οι τρισκαταραμένοι

για να σταυρώσουν το Χριστό, τον Αφέντη Βασιλέα.

Ο Κύριος ηθέλησε να μπει σε περιβόλι

να λάβει δείπνον μυστικόν για να τον λάβουν όλοι.

Κι’ η Παναγιά η Δέσποινα καθόταν μοναχή της,

τας προσευχάς της έκανε για το μονογενή της.

Φωνή τους ήρθ’ εξ Ουρανού απ’ Αρχαγγέλου στόμα:

-Φτάνουν κυρά μου οι προσευχές, φτάνουν κι’ οι μετάνοιες,

το γυιό σου τον επιάσανε και στο φονιά τον πάνε

και στου Πιλάτου την αυλή εκεί τον τον τυραγνάνε.

-Χαλκιά-χαλκιά, φτιάσε καρφιά, φτιάσε τρία περόνια.

Και κείνος ο παράνομος βαρεί και φτάχνει πέντε.

-Συ Φαραέ, που τά ‘φτιασες πρέπει να μας διδάξεις

-Βάλε τα δυο στα χέρια του και τ’ άλλα δυο στα πόδια,

το πέμπτο το φαρμακερό βάλε το στην καρδιά του,

να στάξει αίμα και νερό να λιγωθεί η καρδιά του.

Κι’ η Παναγιά σαν τάκουσε έπεσε και λιγώθη,

σταμνί νερό της ρίξανε, τρία κανάτια μόσχο

για να της ερθ’ ο λογισμός, για να της έρθει ο νους της.

Κι’ όταν της ηρθ’ ο λογισμός, κι’ όταν της ηρθ’ ο νους της,

ζητά μαχαίρι να σφαγεί, ζητά φωτιά να πέσει,

ζητά γκρεμό να γκρεμιστεί για το μονογενή της.

-Μην σφάζεσαι, Μανούλα μου, δεν σφάζονται οι μανάδες

Μην καίγεσαι, Μανούλα μου, δεν καίγονται οι μανάδες.

Λάβε, κυρά μ’ υπομονή, λάβε, κύρά μ’ ανέση.

-Και πώς να λάβω υπομονή και πώς να λάβω ανέση,

που έχω γυιο μονογενή και κείνον Σταυρωμένον.

Κι’ η Μάρθα κι’ η Μαγδαληνή και του Λαζάρου η μάνα

και του Ιακώβου η αδερφή, κι’ οι τέσσερες αντάμα,

επήραν το στρατί-στρατί, στρατί το μονοπάτι

και το στρατί τους έβγαλε μες του ληστή την πόρτα.

-Άνοιξε πόρτα του ληστή και πόρτα του Πιλάτου.

Κι’ η πόρτα από το φόβο της ανοίγει μοναχή της.

Τηράει δεξιά, τηράει ζερβά, κανέναν δεν γνωρίζει,

τηράει δεξιώτερα βλέπει τον Αϊγιάννη,

Αγιέ μου Γιάννη Πρόδρομε και βαπτιστή του γυιου μου,

μην είδες τον υγιόκα μου και τον διδάσκαλόν σου;

-Δεν έχω στόμα να σου πω, γλώσσα να σου μιλήσω,

δεν έχω χεροπάλαμα για να σου τόνε δείξω.

Βλέπεις Εκείνον το γυμνό, τον παραπονεμένο,

οπού φορεί πουκάμισο στο αίμα βουτηγμένο,

οπού φορεί στην κεφαλή αγκάθινο στεφάνι;

Αυτός είναι ο γυιόκας σου και με ο δάσκαλός μου!

Κι’ η Παναγιά πλησίασε γλυκά τον αγκαλιάζει.

-Δε μου μιλάς παιδάκι μου, δε μου μιλάς παιδί μου;

-Τι να σου πω, Μανούλα μου, που διάφορο δεν έχεις·

μόνο το μέγα-Σάββατο κατά το μεσονύχτι,

που θα λαλήσει ο πετεινός και σημάνουν οι καμπάνες,

τότε και συ, Μανούλα μου, θάχεις χαρά μεγάλη!

Σημαίνει ο Θεός, σημαίνει η γη, σημαίνουν τα Ουράνια,

σημαίνει κι’ η Άγια Σοφία με τις πολλές καμπάνες.

Όποιος τ’ ακούει σώζεται κι’ όποιος το λέει αγιάζει,

κι’ όποιος το καλοφουγκραστεί Παράδεισο θα λάβει,

Παράδεισο και λίβανο απ’ τον Άγιο Τάφο.

 

Πληροφορίες : http://www.myriobiblos.gr/