Η υπόθεση της εκτέλεσης του Νίκου Μπελογιάννη συντάρασσε πριν από περίπου 7 δεκαετίες το πανελλήνιο – και όχι μόνο. Η δίκη του «ανθρώπου με το γαρύφαλλο» και των συγκατηγορούμενών του για κατασκοπεία προκάλεσε τη διεθνή κινητοποίηση, ενώ η εκτέλεση του Νίκου Μπελογιάννη, του Νίκου Καλούμενου, του Δημήτρη Μπάτση και του Ηλία Αργυριάδη τη διεθνή κατακραυγή και έχει απομείνει ως μία από τις πλέον θλιβερές σελίδες της ιστορίας της σύγχρονης Ελλάδας και σύμβολο του των σκληρών και απάνθρωπων διώξεων του εκδικητικού μετεμφυλιακού κράτους προς τους κομμουνιστές.
Ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο, που ενέπνευσε τον Πάμπλο Πικάσο να τον απεικονίσει στο διάσημο σκίτσο του, που κινητοποίησε τις μεγαλύτερες προσωπικότητες της διανόησης, των τεχνών και της πολιτικής της εποχής προς στήριξή του, που εν τέλει αποκάλυψε το στυγνό πρόσωπο των κατηγόρων του, που η γνωστή φωτογραφία του με το αδάμαστο χαμόγελο και το κόκκινο γαρύφαλλο κοσμεί ακόμα αφίσες και τετράδια επαναστατημένων νέων, μπορεί να έζησε 37 μόλις χρόνια πριν τον δολοφονήσουν, αλλά η ιστορία του συνεχίζει να εμπνέει τη δύναμη της ζωής και των ακατάβλητων πιστεύω που την ξεπερνούν…
Σε λίγες ημέρες συμπληρώνονται 68 χρόνια από την εκτέλεση του Νίκου Μπελογιάννη και των συντρόφων του. Ο νομικός, δημοσιογράφος, λάτρης της λογοτεχνίας και εκλεκτό μέλος της Ιονικής Οικογένειας, Μιχάλης Κωνσταντής, που συνεισφέρει τακτικά στην ανανέωση του ενδιαφέροντος και την ποικιλία της θεματολογίας της ιστοσελίδας μας, θυμήθηκε ένα πολύ όμορφο τραγούδι -που μάλιστα κυκλοφόρησε κατά τη διάρκεια της Χούντας- αφιερωμένο στη μνήμη του Νίκου Μπελογιάννη, το «Άι γαρούφαλλό μου (Εις μνημόσυνον)», σε στίχους του Βαγγέλη Γκούφα και ερμηνεία της Ελένης Βιτάλη (η αυθεντική εκτέλεση προέρχεται από ένα αναρχικό τραγούδι του ισπανικού εμφυλίου και η διασκευή είναι του Αλέκου Κουνάδη) και έγραψε για την επαναστατική ζωή του Αγωνιστή Νίκου Μπελογιάννη και ιδιαίτερα πώς ενέπνευσε μεγάλους καλλιτέχνες να την αποτυπώσουν στα έργα τους.

«ΕΙΣ ΜΝΗΜΟΣΥΝΟΝ»
Ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο και οι Τέχνες που τον ύμνησαν
Σε λίγες μέρες συμπληρώνονται 68 χρόνια από την εκτέλεση του Νίκου Μπελογιάννη. Ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο, εκτελέστηκε το ξημέρωμα της 30ής Μαρτίου 1952 με την κατηγορία της κατασκοπείας.
Ο Νίκος Μπελογιάννης ήταν αγωνιστής της Εθνικής Αντίστασης κατά των Γερμανών, ηγετικό στέλεχος του ΚΚΕ και στέλεχος του Δημοκρατικού Στρατού. Η δίκη του που έμεινε στην ιστορία ως «υπόθεση Μπελογιάννη» και η εκτέλεσή του, πήραν μεγάλη δημοσιότητα και προκάλεσαν διεθνείς αντιδράσεις, φανερώνοντας την σκληρότητα των μετεμφυλιακών αντικομμουνιστικών διώξεων. Ο Μπελογιάννης έμεινε γνωστός στην Ιστορία ως «ο Άνθρωπος με το γαρύφαλλο» και η στάση του στη δίκη αλλά και μπροστά στο απόσπασμα συγκίνησε καλλιτέχνες και έγινε ποίημα, τραγούδι, ταινία, πίνακας ζωγραφικής ακόμη και συμφωνικό έργο. Όλες σχεδόν οι Τέχνες… τον ύμνησαν. Προς τιμήν του, επίσης, ονομάστηκαν δρόμοι και οικισμοί σε χώρες της ανατολικής Ευρώπης, όπως το χωριό Μπελογιάννης στην Ουγγαρία.
Ο Μπελογιάννης γεννήθηκε στην Αμαλιάδα το 1915 και ο πατέρας του ήταν ιδιοκτήτης ξενοδοχείου. Από μικρή ηλικία εντάχθηκε στο ΚΚΕ. Υπήρξε άριστος μαθητής και εισήλθε με εξετάσεις στη Νομική Σχολή Αθηνών, προτού όμως αποφοιτήσει, συνελήφθη λόγω της εμπλοκής του με το παράνομο ΚΚΕ και φυλακίστηκε στην Ακροναυπλία, στα χρόνια της δικτατορίας Μεταξά. Ο πόλεμος του 1940 τον βρήκε έγκλειστο στην Ακροναυπλία, απ’ όπου μαζί με τους 600 συγκρατούμενους του κομμουνιστές ζήτησε να πολεμήσει στην πρώτη γραμμή, αλλά η μεταξική κυβέρνηση το αρνήθηκε. Αντί αυτού, τον Απρίλιο του 1941 παραδόθηκε από το καθεστώς στις γερμανικές αρχές Κατοχής μαζί με τους άλλους κομμουνιστές κρατουμένους.
Το 1943 κατάφερε να δραπετεύσει από το νοσοκομείο «Σωτηρία» και εντάχθηκε στον ΕΛΑΣ Πελοποννήσου ως πολιτικός επίτροπος και διαφωτιστής του νομού Αχαΐας και αργότερα όλης της Πελοποννήσου. Όταν ο Άρης Βελουχιώτης, την άνοιξη του 1944 πήγε στην Πελοπόννησο, ο Μπελογιάννης ήταν από τους στενούς του συνεργάτες. Κατά τον εμφύλιο πόλεμο που επακολούθησε ήταν πολιτικός επίτροπος της 10ης Μεραρχίας του Δημοκρατικού Στρατού. Μετά την ήττα του ΔΣΕ ήταν ένας από τους τελευταίους που εγκατέλειψαν τη χώρα, τον Αύγουστο του 1949 και εγκαταστάθηκε ως πολιτικός πρόσφυγας στην Πολωνία.
Τον Ιούνιο του 1950 επέστρεψε κρυφά στην Ελλάδα μέσω Αργεντινής με το ψευδώνυμο Ερρίκος Πανόζ, με σκοπό να ανασυγκροτήσει τις οργανώσεις του παράνομου τότε ΚΚΕ στην Αθήνα, που είχαν διαλυθεί από τις συλλήψεις και εκτελέσεις πολλών στελεχών του. Στις 20 Δεκεμβρίου 1950, συνελήφθη και δικάστηκε με βάση τον Αναγκαστικό Νόμο 509/1947, σύμφωνα με τον οποίο το ΚΚΕ είχε κηρυχθεί παράνομο, θεωρούμενο ως εγκληματική οργάνωση. Κατηγορήθηκε, επίσης, ως κατάσκοπος της Σοβιετικής Ένωσης.
Η πρώτη δίκη του Μπελογιάννη ξεκίνησε στην Αθήνα στις 19 Οκτωβρίου 1951, με 92 κατηγορούμενους συνολικά, από το Έκτακτο Στρατοδικείο Αθηνών, στο Αρσάκειο Δικαστικό Μέγαρο. Ένα από τα μέλη του δικαστηρίου ήταν ο μετέπειτα δικτάτορας, Γεώργιος Παπαδόπουλος, ως έκτακτος στρατοδίκης. Η δίκη ολοκληρώθηκε στις 16 Νοεμβρίου με δώδεκα θανατικές καταδίκες. Μετά την διεθνή κατακραυγή που ακολούθησε, ο πρωθυπουργός Νικόλαος Πλαστήρας δήλωσε ότι η απόφαση δεν θα εκτελεστεί. Αποφασίζεται, όμως, ο Μπελογιάννης και ορισμένοι άλλοι κατηγορούμενοι να παραπεμφθούν σε νέα δίκη, με τη βαρύτερη κατηγορία της κατασκοπείας, με στόχο να αναιρεθεί η υπόσχεση που υποχρεώθηκε να δώσει.
Στο μεταξύ, στις 16 Νοεμβρίου 1951, ανακαλύπτονται από την Ασφάλεια Προαστίων της Ελληνικής Χωροφυλακής παράνομοι ασύρματοι στις περιοχές Καλλιθέας και Γλυφάδας, δίνοντας έτσι την ευκαιρία στους στρατοδίκες, για επιστράτευση του νόμου περί κατασκοπείας. Η δεύτερη αυτή μοιραία δίκη αρχίζει στις 15 Φεβρουαρίου 1952, με βάση τον μεταξικό νόμο 375/1936 περί κατασκοπείας, ενώπιον του Διαρκούς Στρατοδικείου Αθηνών.
Ο Μπελογιάννης αρνήθηκε όλες τις κατηγορίες και πρόβαλε τις πατριωτικές ενέργειες του ίδιου και του ΚΚΕ κατά τη διάρκεια της κατοχής. Η δίκη του πήρε μεγάλη δημοσιότητα όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά σε όλο τον κόσμο. Σε πολλές πόλεις της Ευρώπης έγιναν εκδηλώσεις συμπαράστασης, ενώ ο Πάμπλο Πικάσο εμπνεύστηκε το σκίτσο από την εικόνα στη δίκη του Μπελογιάννη με το γαρύφαλλο, που έγινε διάσημο.
Μέσα σε χρονικό διάστημα μίας εβδομάδος, η κυβέρνηση Πλαστήρα έλαβε περίπου 250.000 τηλεγραφήματα από όλο τον κόσμο, με τα οποία πολλοί επώνυμοι και μη ζητούσαν να μην εκτελεσθεί ο Μπελογιάννης. Ανάμεσά τους, σημαντικές προσωπικότητες της πολιτικής, αλλά και των γραμμάτων και των τεχνών, όπως ο Σαρλ ντε Γκολ και σχεδόν όλες οι προσωπικότητες της γαλλικής πολιτικής ζωής, 159 βουλευτές των δύο μεγάλων κομμάτων της Μεγάλης Βρετανίας, ενώ οι Πωλ Ελυάρ, Ζαν Κοκτώ, Ζαν-Πωλ Σαρτρ, Ναζίμ Χικμέτ, Πάμπλο Πικάσσο, Τσάρλι Τσάπλιν κ.ά. προσπάθησαν να αποτρέψουν την εκτέλεση.
Παρέμβαση υπέρ του Μπελογιάννη έκανε και ο τότε Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Σπυρίδων, αναφέροντας: «Έχω συγκλονιστεί από το ηθικό μεγαλείο του Μπελογιάννη. Το θεωρώ ανώτερο και από των πρώτων χριστιανών, γιατί ο Μπελογιάννης δεν πιστεύει ότι υπάρχει μέλλουσα ζωή».
Παρά την παγκόσμια κινητοποίηση και συγκίνηση, το δικαστήριο, αποτελούμενο αυτή τη φορά από τακτικούς στρατοδίκες, καταδίκασε ομόφωνα σε θάνατο την 1η Μαρτίου του 1952 τον Μπελογιάννη και τους συντρόφους του Έλλη Παππά, Νίκο Καλούμενο, Δημήτρη Μπάτση, Ηλία Αργυριάδη και Τάκη Λαζαρίδη. Λίγο αργότερα έρχεται στη δημοσιότητα το γράμμα του ηγετικού στελέχους του ΚΚΕ Νίκου Πλουμπίδη, με το οποίο αναλαμβάνει κάθε ευθύνη για την καθοδήγηση του παράνομου μηχανισμού του ΚΚΕ και υπόσχεται να παρουσιαστεί στις αρχές με τον όρο να μην εκτελεσθεί ο Μπελογιάννης. Ακολουθεί η διάψευση από τον Νίκο Ζαχαριάδη, από τον ραδιοφωνικό σταθμό «Ελεύθερη Ελλάδα» του Βουκουρεστίου, αλλά και από το Πολιτικό Γραφείο της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ, που χαρακτηρίζουν την επιστολή «μύθευμα της Ασφάλειας.
Όταν αυτό έγινε γνωστό, πάντως, ο ίδιος ο Μπελογιάνης που ανέμενε στη φυλακή απόφαση του Συμβουλίου Χαρίτων φέρεται να δήλωσε στον συνήγορό του Μηνά Γαλέο που τον επισκέφτηκε, ότι «ο Νίκος Πλουμπίδης σε καμιά περίπτωση δεν ήταν όργανο της Ασφάλειας». Τελικά η επιστολή δεν είχε κανένα αποτέλεσμα και η κυβέρνηση δήλωσε ότι δεν θα συναλλαγεί με τον καταζητούμενο για κομμουνιστική δράση, Πλουμπίδη.
Η θανατική καταδίκη δεν άλλαξε ποτέ, ούτε δόθηκε χάρη από τον βασιλιά Παύλο, παρά τις διεθνείς εκκλήσεις. Τελικά, στις 30 Μαρτίου 1952, ημέρα Κυριακή και ώρα 4:10 τα χαράματα, οι τέσσερις μελλοθάνατοι κομμουνιστές, Μπελογιάννης, Νίκος Καλούμενος, Δημήτης Μπάτσης και Ηλίας Αργυριάδης μεταφέρθηκαν από τις φυλακές της Καλλιθέας στο στρατόπεδο του Γουδή και εκτελέστηκαν διά τυφεκισμού, με τα φώτα των προβολέων των φορτηγών που τους μετέφεραν. Η Έλλη Παππά δεν εκτελέστηκε λόγω του παιδιού του Μπελογιάννη που κυοφορούσε και γέννησε αργότερα μέσα στη φυλακή και ο Τάκης Λαζαρίδης λόγω του νεαρού της ηλικίας του. Η ώρα και η ημέρα της εκτέλεσης ήταν εξαιρετικά ασυνήθιστη (οι εκτελέσεις γινόταν πάντα με το πρώτο φως του ήλιου και ποτέ μέρα Κυριακή, ακόμα και από τους Γερμανούς Ναζί κατακτητές) και φέρεται να έγινε τότε για να προλάβουν οι υπέρμαχοι της εκτέλεσης τυχόν απονομή χάριτος.
Η δίκη και η εκτέλεση του Μπελογιάννη συνέβησαν την περίοδο που ο τότε γηραιός πρωθυπουργός, στρατηγός Νικόλαος Πλαστήρας (ο «μαύρος καβαλάρης»), επιχειρούσε να επιβάλει πολιτική εθνικής συμφιλίωσης. Στο πρόγραμμά του ήταν η απελευθέρωση των εκτοπισμένων και των πολιτικών κρατουμένων και ενδεχομένως ακόμα και η νομιμοποίηση του ΚΚΕ. Η ενεργοποίηση όμως του νόμου περί κατασκοπείας και η καταδίκη του Μπελογιάννη ώθησαν τα πράγματα στα άκρα, αποκαλύπτοντας έτσι ότι η όλη υπόθεση υποκινήθηκε από ανώτερους αξιωματικούς του ΙΔΕΑ, προκειμένου να τορπιλιστεί η πολιτική Πλαστήρα.
Ο ίδιος ο Πλαστήρας φέρεται να ήταν αντίθετος στις εκτελέσεις, όμως ήταν μόνος και ασθενής, (οι άλλοι δύο πολιτικοί αρχηγοί του «Κέντρου», Σοφοκλής Βενιζέλος και Γεώργιος Παπανδρέου, τάχθηκαν υπέρ των εκτελέσεων, γεγονός που στιγμάτισε τις σχέσεις τους με την Αριστερά μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1960 και την κήρυξη του «Ανένδοτου Αγώνα»). Επίσημα όμως, ο Πλαστήρας, διέψευσε ότι δεν ήταν κύριος της κατάστασης και ότι οι εκτελέσεις έγιναν χωρίς την έγκρισή του. Η εκτέλεση Μπελογιάννη κατάφερε πλήγμα στην αξιοπιστία της κεντρώας κυβέρνησης, η οποία σε ένα από τα βασικά της συνθήματα, την ειρήνευση, φάνηκε ανακόλουθη.
Πολύ σημαντικό στοιχείο για την δίκη του είναι ότι ο Μπελογιάννης κατάφερε να την μεταστρέψει σε δίκη ενάντια των κατηγόρων του, με την ιστορική του απολογία. Ανάμεσα σε άλλα έκανε και την ακόλουθη σπουδαία αναφορά: «Αγωνιστήκαμε δίχως να γνωρίσουμε ύπνο για να προφτάσουμε την Αυγή και το Αύριο, και να δημιουργήσουμε νέους χρόνους και εποχές, στο μπόι των ονείρων μας, στο μπόι των ανθρώπων!». Με το θάνατό του, ο Νίκος Μπελογιάννης έγινε ένας από τους μεγαλύτερους ήρωες της ελληνικής αριστεράς και ενέπνευσε πολλούς δημιουργούς.
Πέρα από το διάσημο σκίτσο του Πικάσσο, σπουδαίος είναι και ο πίνακας του Πέτερ ντε Φρανσία, «Η εκτέλεση του Μπελογιάννη» (1953). Επιπροσθέτως πρέπει να αναφερθούν, η ποιητική συλλογή του Γιάννη Ρίτσου, «Ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο» (1952), το ποίημα του Ναζίμ Χικμέτ, «Ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο» (1952), καθώς και το ποίημα του Κώστα Βάρναλη, «Στους Μπελογιάννηδες» από την ποιητική συλλογή Ελεύθερος κόσμος (1965). Αλλά και τα αξιοπρόσεκτα τραγούδια των Β. Παπακωνσταντίνου, «Πόρτο Ρίκο», Μαρίας Δημητριάδη, «Ο Μπελογιάννης Ζει», Τζίμη Πανούση, «Ο Μπελογιάννης Ζει», Βασίλη Νικολαΐδη, «Η ιστορία της Μαρίας». Όπως, επίσης, η ταινία του Νίκου Τζίμα, «Ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο» (1980), καθώς και το συμφωνικό έργο, αφιερωμένο στην μνήμη του Νίκου Μπελογιάννη, του Αλέκου Ξένου, «Ο Διγενής δεν πέθανε».
.
Το τραγούδι στη διάρκεια της Χούντας
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά τραγούδια για το Νίκο Μπελογιάννη, αλλά και το λιγότερο γνωστό, έχει τη δική του ιδιαίτερη αλλά και «κρυφή ιστορία». Το 1973, μέσα στη Χούντα, κυκλοφόρησε από τη Lyra ο δίσκος «Δεν περισσεύει υπομονή» των Αργύρη Κουνάδη και Βαγγέλη Γκούφα, που περιείχε εννέα τραγούδια, όλα πολιτικού περιεχομένου, τα οποία ερμήνευσαν οι Σωτηρία Μπέλλου, Σταύρος Πασπαράκης, η πρωτοεμφανιζόμενη τότε Ελένη Βιτάλη και χορωδία.
Ένα από τα τραγούδια του δίσκου αυτού, το «Άι γαρούφαλλό μου (Εις μνημόσυνον)», που ερμηνεύει η Ελένη Βιτάλη αναφερόταν στο Νίκο Μπελογιάννη, τον άνθρωπο με το γαρύφαλλο. Η πληροφορία αυτή αποκρύφτηκε, όπως συνέβαινε συχνά, προς αποφυγή της λογοκρισίας του τραγουδιού. Μια ακόμα πληροφορία, είναι, πως το συγκεκριμένο τραγούδι δεν ήταν στην πραγματικότητα σύνθεση του Αργύρη Κουνάδη, αλλά μια διασκευή του τραγουδιού του ισπανικού εμφυλίου, «Gallo rojo, gallo negro» («Κόκκινος κόκορας, μαύρος κόκορας»). Το τραγούδι έγραψε τη δεκαετία του ΄60 ο Ισπανός Chicho Sánchez Ferlosio και έγινε συνώνυμο του ισπανικού εμφυλίου, του Αντιδικτατορικού αγώνα και του Αναρχικού κινήματος.
Ας κλείσουμε με την παράθεση των ωραίων λόγων, που έγραψε ο Βαγγέλης Γκούφας, στη διάρκεια της Χούντας και τραγούδησε υπέροχα η πρωτοεμφανιζόμενη, τότε, Ελένη Βιτάλη.
Εις μνημόσυνον
Βγήκαν λάμιες στο ποτάμι
σύννεφο έβαλαν γιορντάνι
κι άντρας ζώνει τ’ άρματά του
πάει ταμένος του θανάτου
Και ποιος θα σου κρατήσει
άσπρο στο χορό μαντήλι
μαγιάπριλο του κόσμου
πίκρα περπατάει στα χείλη
άι… γαρούφαλλό μου…
άι… γαρούφαλλό μου…
Άλογο φαρί καβάλα
δράκοι του’ στησαν κρεμάλα
μπρος στο μαρμαρένιο αλώνι
στέκει και το πεταλώνει
Ανέμη να γυρίσει
παραμύθι ν’ αρχινήσει
μαύρο κρασί να πιούμε
το φεγγάρι έχει μεθύσει
άι…γαρούφαλλό μου…
άι…γαρούφαλλό μου…
και στην άκρη, στο ποτάμι
μια φλογέρα, ένα καλάμι
κάνει τον καημό φλογέρα
το παράπονό του αέρα
Και ποιος θα σου κρατήσει
άσπρο στο χορό μαντήλι
μαγιάπριλο του κόσμου
πίκρα περπατάει στα χείλη
άι…γαρούφαλλό μου…
άι…γαρούφαλλό μου…
Ποιος πονεί και ποιος το θέλει
του ανέμου οι Αρχαγγέλοι
του καπνού ΄ναι και τ’ ανέμου
δεν το βάσταξα ποτέ μου
Ανέμη να γυρίσει
παραμύθι ν’ αρχινήσει
μαύρο κρασί να πιούμε
το φεγγάρι έχει μεθύσει
άι…γαρούφαλλό μου…
άι…γαρούφαλλό μου…
Του Χάρου ειν’ το πανηγύρι
το χορό νεκρός να σύρει
τ’ άστρα μες στο παραγάδι
και τον ήλιο στο σημάδι
Και ποιος θα σου κρατήσει
άσπρο στο χορό μαντήλι
μαγιάπριλο του κόσμου
πίκρα περπατάει στα χείλη
άι…γαρούφαλλό μου…
άι…γαρούφαλλό μου…
Μιχάλης Κωνσταντής




