Συνεχίζοντας την αναδημοσίευση εξαιρετικά ενδιαφερόντων αναρτήσεων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης των συναδέλφων, «σκοντάψαμε» σε μία ανάρτηση του συνταξιούχου συνάδελφου μας Πάνου Παγώνη. Ο Πάνος, ο οποίος υπηρέτησε στη Διεύθυνση Ανθρώπινου Δυναμικού, το Χαλάνδρι, το Χολαργό, το Μαρούσι, τα Βριλήσσια και την Αγία Μαρίνα προτού συνταξιοδοτηθεί ώστε να έχει χρόνο για να κάνει πολύ ενδιαφέρουσες αναρτήσεις, μας χαρίζει αποσπάσματα από το βιβλίο της Λητούς Κατακουζηνού «Συντροφιά με τον Καμύ», στα οποία ο μεγάλος φιλόσοφος και λογοτέχνης, σε μία από τις πολλές επισκέψεις του στη χώρα μας, εκδηλώνει αυθόρμητα το θαυμασμό του για την πατρίδα μας και τους εκπληκτικά φιλόξενους ανθρώπους που συνάντησε εδώ, εκφράζοντας την επιθυμία του να ζήσει για πάντα στην όμορφη Ελλάδα, αγναντεύοντας τα νερά του Αιγαίου που θα του φέρνουν αρώματα από την πατρίδα του! (σ.σ. ο Καμύ ήταν Γάλλος γεννηθείς στην Αλγερία)

Η Λητώ Κατακουζηνού κατέγραψε στο βιβλίο της “Συντροφιά με τον Καμύ” τις επισκέψεις του στην Ελλάδα, αρκετές φορές μεταξύ της πρώτης, 27 ετών το 1939 και της τελευταίας τον Ιούνιο 1959 και τον θαυμασμό του για όσα έζησε εδώ!!! Με συνεπήραν τα λόγια του για την πατρίδα μας… μου φανέρωσαν έναν τόπο, έτσι όπως θέλω να τον έχω στο μυαλό μου, με ανθρώπους λεβέντες και τοπία απαράμιλλης παντοτινής ομορφιάς… οι θεοί κατοικούν εδώ γιατί ο παράδεισος είναι εδώ!!! Αυτά που θα διαβάσετε παρακάτω είναι η πραγματικότητα και όχι η λερωμένη από τις γνωστές ελληνικές παθογένειες… τα μάτια δεν κάνουν λάθος, οι αισθήσεις ακόμα πιο σωστές να διαβάζουν κάθε λεπτομέρεια της ομορφιάς που αντιλαμβάνονται…. διαβάστε πιο κάτω και νιώστε, ταξιδέψτε με όσα ο ίδιος ένιωσε στον τόπο μας… αξίζει… ίσως και σεις δείτε με διαφορετικό συναίσθημα αυτή τη χώρα… γιατί μόνο με το συναίσθημα μπορείς να ζήσεις και να γευτείς τους καρπούς της και τους… καρπούς των καρπών της !!!!
Έλεγε λοιπόν….
.
«Στο Σίγρι, το μικρό ψαράδικο χωριό στα δυτικά, στην άκρη της Λέσβου, θα πήγαινε την ερχόμενη άνοιξη. Εκεί θα τελείωνε ένα έργο του για το θέατρο. Το θέατρο, η μεγάλη αδυναμία του. Ερχόταν, μας είπε, από το νησί. Είχε πάει με το πλεούμενο του φίλου του του Γκαλιμάρ, μαζί του θαρρώ κι ο ζωγράφος Πράσινος. Στη Μυτιλήνη, σε κάποια αδιαθεσία του κι ένα μικροατύχημα του φίλου του, οι κάτοικοι, δίχως να ξέρουν ποιοι ήτανε, τους περιποιήθηκαν τόσο πολύ, τους πρόσφεραν τόση ανθρώπινη ζεστασιά, που άγγιξαν βαθιά την ευαίσθητη καρδιά του.
Αργότερα, όταν αράξαμε στο Σίγρι, μαγεύτηκα από τη γραφική λιτότητα του τοπίου, τους απλούς ανθρώπους, το απολιθωμένο δάσος και τον μύθο για κείνο το άλλο, που λένε πως βρίσκεται στον βυθό. Εδώ θέλω να ‘ρθω να ζήσω και να εργαστώ -είπα σε κάποια στιγμή-, να, εκεί, πάνω στη θάλασσα, σ’ αυτό το απόμερο σπιτάκι”.
Τι λέει ο ξένος;” πετάχτηκε κάποιος από τους ανθρώπους που μας περιτριγύριζαν περίεργοι. Κι όταν ο φίλος μου του εξήγησε “πάρ’ το, σ’ το δίνω, είναι δικό σου. Ελα να κάτσεις όσο θες”, μου το πρόσφερε καλόκαρδα ο νοικοκύρης του. “Καταλαβαίνετε”, μας έλεγε με έξαψη ο Καμί, “είναι ο τόπος των θεών, ό,τι ζητήσεις, σ’ το δίνουν. Είναι πολύ ωραίο το νησί σου, Αγγελε, ωραίο και αρρενωπό”, συνέχισε ο Καμί.
Ωστόσο οι ελαιώνες, καταπράσινοι λόφοι, καμπύλες τρυφερές, ασημοντυμένες οδαλίσκες να λικνίζονται στον αιγαιοπελαγίτικο αγέρα, παντρεύονται αρμονικά με τα ψηλά αρρενωπά βουνά, που τις καμαρώνουν ξαπλωμένες νωχελικά στα πόδια του. Βουνά που αγναντεύουν πέρα κατά την Ανατολή, κληρονόμοι περήφανοι της ιωνικής φιλοσοφίας” Αλλά πέρα από τη μεγάλη ιστορία του νησιού, μ’ εντυπωσιάζουν & οι άνθρωποι που το κατοικούνε. Εκεί που θαρρείς πως είναι στεγνοί σαν τις αστυβιές και τις βαλανιδιές τους, ανακαλύπτεις μέσα τους ψυχικούς χυμούς, πολύτιμους, κρυμμένους θησαυρούς σαν τ’ ασήμια απ’ τις ελιές τους.
Εκεί θα πάω να ζήσω, Αγγελε, στο νησί σου. Ομως στα δυτικά, στο γυμνό βράχο του γραφικού ψαράδικου χωριού. Ποιος ξέρει” ίσως για πάντα”…
Ο Καμί, συνεπαρμένος από την ιδέα, έλεγε, έλεγε, όπως καμιά φορά το συνήθιζε, σα να μονολογούσε. Κι ο κύκλος έκλεισε. Δαχτυλίδι πολύτιμο, αρραβώνας του Καμί με την τωρινή μας Ελλάδα.
“Θα στέκω στην άκρη του γιαλού, ν’ αγναντεύω τη θάλασσα” τα κύματα του Αιγαίου να μου φέρνουν μηνύματα μακρινά, μηνύματα από την Τιπασά, αρώματα της πατρίδας μου” Θα στέκω εκεί με τις ώρες, η αρμύρα να καίει τα μάτια μου, να μου στεγνώνει τα χείλη” Και θα αποχαιρετώ τον ήλιο στην κάθε δύση του, να συνηθίζω στο χωρισμό. Να μη φοβάμαι τον τελικό αποχωρισμό” το θάνατο” Να συλλογιέμαι” Τι όμορφος που είναι, τι μεγαλείο που έχει ο χωρισμός…
Κι άλλες φορές, μονάχος μες στη βαρκούλα μου, κάργα το πανί στον άγριο αγέρα, θ’ αρμενίζω σαν παλαβός στο μανιασμένο πέλαγο, κυνηγημένη, έρημη, χαμένη ψυχή. Κι ίσως σε κάποια απανεμιά, αποσταμένος πια, σα γέρνω στην κουπαστή να θωρώ της θάλασσας τα βάθη, ίσως και μου φανερωθούν εκείνες οι ψυχές, που είναι στα σπλάχνα της θαμμένες, για πάντα στην αιώνια σιωπή. Δάσος απολιθωμένο, που όπως όλοι λένε βρίσκεται εκεί στο βυθό, μα που εγώ δε στάθηκα τυχερός και δεν το είδα”…. Δειλινό αξέχαστο, που δε θα σβήσει ποτέ από τη θύμησή μας. Τον Καμί χαμένο στα οράματά του να ονειρεύεται τη ζωή του στο Σίγρι. Εκεί που ακούμπησε την καρδιά του. “Καρδιά μου, ποτέ πιστή”…. Ηταν η τελευταία φορά που ήρθε στο σπίτι μας. Ποτέ πια δεν ξαναγύρισε στην Ελλάδα», συνεχίζει η Λητώ Κατακουζηνού. Κι όλοι γνωρίζουμε πια πολύ καλά την αιτία.
Τον Ιανουάριο του 1960 θα πεθάνει ακαριαία σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Το αυτοκίνητο οδηγούσε ο εκδότης και φίλος του Μισέλ Γκαλιμάρ, με το πλεούμενο του οποίου είχε έρθει το 1959 στο Σίγρι”».
4 Ιανουαρίου 1960.
Υ.Γ. άνθρωποι και Άνθρωποι…


