Ο συνάδελφος Δημήτρης Κουκουζής νομίζουμε ότι δε χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις. Ο εκ Λευκοχωρίου Γορτυνίας ορμώμενος συνάδελφος, ακούραστος κοινωνός των παραδόσεών μας, προσεγγίζει τα ήθη και τα έθιμα του τόπου μας με έναν ιδιαίτερο τρόπο, μεταφέροντάς μας με τρυφερότητα, νοσταλγία, αλλά και χιούμορ το αυθεντικό τους νόημα, μέσα από τα κείμενά του που έχουμε φιλοξενήσει και στην ιστοσελίδα μας.
Ο συνάδελφος βέβαια γνωρίζει ότι η παράδοση συνδέεται και με την εξέλιξη και μας απέστειλε την Παρασκευή 21/12 ηλεκτρονικά την κάτωθι ευχαριστήρια επιστολή σχετικά με τις προσπάθειές μας τόσο για τον επανυπολογισμό των συντάξεών μας που απέφερε αυξήσεις στη μεγάλη πλειονότητα των συνταξιούχων συναδέλφων μας, αλλά και συνολικά για τις ενέργειές μας και το ακούραστο ενδιαφέρον μας για την Ιονική Οικογένεια.
|
“ Συνάδελφοι , γεια σας Πράγματι είδα σήμερα αύξηση στη σύνταξή μου (ευρώ 69). Οφείλω να σας ευχαριστήσω για τις ενέργειες που κάνατε και να σας συγχαρώ για το διαρκές ενδιαφέρον , που δείχνετε για την επίλυση των προβλημάτων των συνταξιούχων. Ως αντίδωρο εγώ και οι δίδυμες εγγονές μου σας ευχόμαστε ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ και ΚΑΛΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ. Επίσης σάς στέλνουμε ένα χριστουγεννιάτικο λαογραφικό για το τζάκι μας και φωτογραφίες από το χιονισμένο χωριό μας Λευκοχώρι Γορτυνίας . Και πάλι σάς ευχαριστούμε και να έχετε υγεία και τέτοιες επιτυχίες !! Φιλιά σε όλους ΔΚ “
|
Τον ευχαριστούμε θερμά και παραθέτουμε με μεγάλη ευχαρίστηση το «αντίδωρό» του, για να βυθιστούμε σε ένα εορταστικό κλίμα νοσταλγίας και οικογενειακής γαλήνης, αφού είμαστε σίγουροι ότι αυτά είναι τα συναισθήματα που θα γεννήσει σε όσους το διαβάσουν…
.
.
.
ΠΕΡΑΣΜΕΝΑ ΑΛΛΑ ΑΞΕΧΑΣΤΑ
ΕΜΕΙΣ ΚΑΙ ΤΟ ΤΖΑΚΙ ΜΑΣ
Το να είσαι «από τζάκι» ήταν πάντοτε και είναι και σήμερα τίτλος τιμής. Τίτλος ευγενείας, που μαρτυρεί υψηλή καταγωγή, πλούσιο και μεγάλο σόι και αρχοντιά. Και εμείς στο χωριό μας τόσο καιρό να μην ξέρουμε ότι έχουμε τόσα προσόντα μαζί με το τζάκι μας! Ψηλό ήταν το σπίτι μας με αστράχες ξέφωτες. Μεγάλο ήταν και το σόι μας με πολλούς θείους και αδελφοξαδέρφια, φαρδύ ήταν και το τζάκι μας με μεγάλη φωτογωνιά και απλόχωρο σαχτοφούρνι. Πλούσιοι και άρχοντες μπορεί να μην ήμαστε με τη σημερινή έννοια των όρων, όμως ξαπλωμένοι πάνω στα σαΐσματα δίπλα στο παραγώνι με το αναμμένο τζάκι, στηριγμένοι πάνω σε μια «μαξιλάρα» νοιώθαμε σαν άρχοντες. Και φυσικά και ήμαστε και πλούσιοι αφού το βαγένι , το κασόνι και οι λαΐνες ήσαν γεμάτα. Ο γεμάτος «μπλοκός», ο μεγάλος «ντρακάς» με τα ξύλα και οι ζαλιές με τα πουρνάρια συμπλήρωναν τον πλούτο μας. Τζάκι λοιπόν και «μπροστά πύρα και πίσω κλαδευτήρα». Τα σαρακοφαγωμένα πατώματα, οι μισάντρες , οι αστράχες , τα «πέταυρα» των κεραμιδιών και τα κουφώματα (που δεν ήσαν δα και… EUROPA) άφηναν ελεύθερα τα ρεύματα του αέρα να εξαερίζουν το σπίτι για να μην πάθουμε δα και ασφυξία! Τις κρύες και χιονισμένες μέρες όλη η οικογένεια όλη μέρα βρισκόταν, γύρω από το αναμμένο τζάκι. Τα πόδια πιάνανε κεραμίδες.
Το χειμωνιάτικο ήταν και σαλόνι και κουζίνα και τραπεζαρία και κρεβατοκάμαρα. Στο τζάκι μαγειρεύαμε τα φαγητά μας , πλέναμε τα πιάτα μας, ζεσταίναμε το «πλύμα» για τα ζωντανά μας. Εκεί αναπιάναμε το προζύμι και το αφήναμε στον «τέντζερη» να «γίνει». Εκεί ψέναμε το «τσουκαλόκαυτο», και φτιάχναμε τις «τριφτιάδες» και τις ρουφάγαμε με κρασί να ζεστοκοπηθούμε. Πάνω στη σιδεροστιά ήταν πάντα ο τέντζιερης, ντουέτο γραφικό και νοσταλγικό. «Κάθεται ο τρίποδας και καβαλάει ο μαύρος» λέγαμε στα αινίγματα, μας. Ο τραχανάς και ο καγενάς ήταν στην ημερήσια διάταξη. Χάμω στη θράκα ψέναμε τις κουλούρες, τις μπουγάτσες, τις μπομπότες. Τις χώναμε μέσα στη χόβολη. Εκεί επίσης χώναμε και τα ξερά κρεμμύδια για να ψηθούν, εκεί ακόμα καθαρίζαμε με τη μασιά το πυρότουβλο από τη στάχτη και ζεσταίναμε επάνω του τσαπέλες, μουσταλευριά ή μουστοκούλουρα για να φιλέψουμε μουσαφιραίους ή να περνάμε καλά τις ατέλειωτες νύχτες του Λευκοχωρίτικου χειμώνα.
Στο σταχτοφούρνι κρεμάγαμε τα λουκάνικα να στραγγίσουν, πριν τα καταδικάσουμε στις λαΐνες. Πάνω στα κάρβουνα βάζαμε και κανένα «φελί» μπακαλιάρο υγράλατο για να τραβάει και κρασί. Στις αποκριές οι χοιρινές μπριζόλες πάνω στα κάρβουνα , με ρίγανη και αλάτι τσίκνιζαν όλο το σπίτι και μοσχομύριζαν. Το ξερό ψωμί μας καψαλισμένο στη θράκα μαλάκωνε, νοστίμιζε και συνόδευε όλα τα φαγητά μας.
Πηγή ζωής του σπιτιού το τζάκι, συγκέντρωνε γύρω του ώρες ατέλειωτες την οικογένεια, την έδενε και την γαλβάνιζε. Τρεις γενιές ζούσαν συγχρόνως δίπλα του αρμονικά, ανθρώπινα, φυσιολογικά. Εγγόνια , γονείς, παππούδες, νύφες, παιδιά και γαμπροί.
Ποτέ τόσοι πολλοί δεν έζησαν τόσο αγαπημένοι επί τόσο μεγάλο χρόνο, σε τόσο μικρό χώρο, όσο εμείς τότε γύρω από το τζάκι μας. Εκεί και τότε η θεά Εστία βασίλευε. Στο πραγματικό χώρο που γεννήθηκε. Μέσα στην οικογένεια, στο μικρό σπιτικό, ανάγυρα από το παραγώνι. Εδώ γύρω από το τζάκι κάναμε τα γιορτοφόρια μας. Και μέσα στα μικρά χειμωνιάτικα απονηστεύαμε μαζί με όλους τους συγγενείς μας. Αλήθεια πώς χωράγαμε τόσοι πολλοί ! Τα αναμμένα κούτσουρα διαδέχονταν το ένα τ’ άλλο. «Σύμπα τη φούλη , σύμπα τη φωτιά. Μην μας σβήσει και χρειασθεί να χαλάσουμε σπίρτο για να ξανανάψει! » μάς λέγανε οι μεγαλύτεροι. Καμιά φορά το τζάκι κάπνιζε και «μπούχλωνε» το σπίτι. Άλλοτε πάλι πέφτανε καύτρες στα μαλλιά μας, τα τσουρουφλίζανε ή πεταγόσαντε σπίθες στα σαΐσματα. Τριζοβόλαγε το πουρνάρι της Χωτούζας παρέα με το κούρβουλο του αμπελιού ή την απιδιά του χωραφιού. Τα μικρά παιδιά τα προσέχανε να μην παίζουν με τη φωτιά. «Το νου σου μαΐκό μου μην πιάσεις δαυλί γιατί όγιος πιάνει δαυλιά ή κουτσουμπέλια αναμμένα κατουριέται το βράδυ στον ύπνο του!» λέγανε συχνά οι μεγαλύτεροι στα αμύητα μαμούρια. Βλέπετε η φωτιά τότε ήταν ένας απαραίτητος μα και επικίνδυνος φίλος. Όπως σήμερα είναι το ηλεκτρικό ρεύμα.

Η μασιά και η τσιμπίδα βοήθαγαν στο συγύρισμα των ξύλων έτσι ώστε να αποφεύγουμε το μουτζούρωμα στα χέρια μας. Τα βράδια γύρω από τη φωτιά, διαβάζαμε και γράφαμε τα μαθήματά μας εμείς τα παιδιά με το λιγοστό φως της τσιμπλόλαμπας. Ατμόσφαιρα κρυφού σχολειού. Έξω να βρέχει ασταμάτητα ή να «κάνει Σιβηρία» ή να χιονίζει. Και να λες: χαρά σ’ αυτόν πούναι δίπλα στο τζάκι του και ας είναι και φτωχός κι αλλοίμονο σ’ αυτόν που είναι έξω και ας είναι και βασιλιάς. Και τα λιανόξυλα να τραγουδάνε, να πετούν λάμπαδο ή τα χλωρά να κλαίνε και να δακρύζουν καθώς καίγονταν.
Άλλοτε πάλι τα βράδια ο μπάρμπας μας ο Κωνσταντής μάς έλεγε δίπλα στο τζάκι παραμύθια γλυκά , συναρπαστικά , ατέλειωτα. Και εμείς να τα ακούμε με ορθάνοιχτα αυτιά και μάτια με αγωνία , να γελάμε, να ρωτάμε, να συμμετέχουμε στο μύθο. Με γλαρωμένα από τη ζεστή θαλπωρή της φωτιάς μάτια να μην θέλουμε να τελειώσουν τα παραμύθια. Και ο μπάρμπας να συνεχίζει ακούραστος να λέει ιστορίες, να « πλάθει » , να κεντρίζει τη φαντασία μας. να μας συνεπαίρνει στους μαγικούς κόσμους των παραμυθιών. Μέχρι που να πέσουμε κάτω από το γλάρωμα και τη νύστα ή μέχρι που να καεί και το τελευταίο κούτσουρο.
Μεγάλο λοιπόν το τζάκι μας , λειτουργικό και πολλαπλών χρήσεων : καλοριφέρ, κουζίνα, ψησταριά , σιδηρωτήριο – στεγνωτήριο ρούχων κλπ. Εδώ γλύκαιναν τη στερημένη ζωή μας όλες οι λιχουδιές μας : τηγανίτες, λουκουμάδες, χαλβάς, συγκάθια και τηγανόψωμα . Και το σπουδαιότερο: Το χειμώνα εδώ στο παραγώνι οι μανάδες γεννούσαν τα παιδιά τους και εδώ ζέσταιναν τις φασκιές και τις σπαργανίδες τους , πριν τα βάλουν στο μπεσίκι . Πραγματικά σπουδαίο και ιστορικό το Λευκο- χωρίτικο τζάκι. Λειτουργικό, ζωντανό, ζεστό, όχι διακοσμητικό , ψυχρό και απρόσιτο. Δίκαια λοιπόν και εμείς καμαρώνουμε σήμερα ότι είμαστε σπουδαίοι αφού προερχόμαστε από……. μεγάλο τζάκι !
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΟΥΚΟΥΖΗΣ
Πρώην πρόεδρος Ένωσης Λευκοχωριτών
.



