Η διαμόρφωση της εξωτερικής πολιτικής μίας χώρας που διατηρεί θαλάσσια ή χερσαία σύνορα με 8 γειτονικά κράτη, δε θα μπορούσε παρά να είναι μία δύσκολη υπόθεση. Πολλώ δε μάλλον, όταν αυτή η χώρα βρίσκεται στο επίκεντρο του συμπλέγματος Βαλκανίων και Ανατολικού Μεσογείου, δηλαδή ίσως της πλέον ταραγμένης διαχρονικά περιοχής του πλανήτη…
Ωστόσο, αυτή η γεωπολιτική αναγκαιότητα δε μας έκανε πιο σοφούς. Μέχρι σήμερα, ποτέ δεν υπήρξε στη χώρα μας ορθή αξιολόγηση των εθνικών θεμάτων και δεν κατέστη δυνατή η σύγκλιση και σύμπνοια των διαφορετικών πολιτικών χώρων στα μείζονα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής, με αποτέλεσμα -όταν δεν υπάρχει αρνητική εξέλιξη – να χρονίζουν επί σειρά δεκαετιών.
.

Γεωπολιτικοί ανταγωνισμοί αναβιώνουν το ζήτημα της ΠΓΔΜ
Πρόσφατα ήρθε ξανά στο προσκήνιο το ζήτημα για την ονομασία της ΠΓΔΜ, μετά την επανεκκίνηση των διαπραγματεύσεων. Έφερε όμως και στο προσκήνιο τις αγκυλώσεις και τις διαστρεβλώσεις που δεν επιτρέπουν να αντιμετωπιστούν στην πραγματική τους διάσταση τα μείζονα εθνικά θέματα. Η χώρα μας βρίσκεται εγκλωβισμένη σε αυτό το ζήτημα εδώ και 27 ολόκληρα χρόνια, καθόσον από τη γέννησή του μέχρι σήμερα εξυπηρέτησε εσωτερικές μικροπολιτικές φιλοδοξίες και κρατήθηκε σε εκκρεμότητα, γιατί η οιπαδήποτε προσπάθεια προσέγγισής του είχε γίνει συνώνυμο της εθνικής μειοδοσίας.
Σήμερα επανέρχεται στο προσκήνιο στο πλαίσιο των γεωπολιτικών ανταγωνισμών μεταξύ των ΗΠΑ και της Ρωσίας σε πρώτο επίπεδο και της Κίνας στο παρασκήνιο. Μετά την αποτυχημένη πολιτική που ακολούθησε η αποκαλούμενη Υπερδύναμη τις δύο δεκαετίες του νέου αιώνα στη Μέση Ανατολή, προσπαθεί να επανέλθει μέσω της διπλωματικής οδού και να δημιουργήσει ένα νατοϊκό μπλοκ στη ζωτική για τα ενεργειακά συμφέροντα περιοχή των Βαλκανίων. Η ένταξη της ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ αποτελεί κρίσιμο κρίκο στην αλυσίδα των πολιτικών που επιθυμεί να επιβάλει.
Το βέτο της ελληνικής κυβέρνησης το 2008 για την ένταξη της γείτονος χώρας στο Βορειοατλαντικό Συνασπισμό, αν δε λυθεί προηγουμένως το θέμα της ονομασίας, η αγωνία των ΗΠΑ να μην ενταθεί η ρωσική επιρροή (η Ρωσία έχει ήδη αναγνωρίσει την ΠΓΔΜ ως Μακεδονία), αλλά και η αλλαγή του πολιτικού σκηνικού στο εσωτερικό των γειτόνων με την επικράτηση του ανοικτού σε διεθνείς συνεργασίες Ζάετς σε βάρος του εθνικιστή Γκρουέφσκι, άνοιξε την προοπτική για την επίλυση του ζητήματος του ονόματος, αλλά και (κυριότερα) των αλυτρωτικών επιδιώξεων της ΠΓΔΜ. Αντιμετωπίζοντας ταυτόχρονα στην Αθήνα μια ανοιχτά φιλοαμερικανική κυβέρνηση, ήταν λογικό οι ΗΠΑ να θελήσουν να εκμεταλλευτούν τη συγκυρία για μια λύση που ταυτόχρονα να εξασφαλίζει την ακόμα μεγαλύτερη ένταξη των Βαλκανίων στη νατοϊκή ομπρέλα.
Οι Μεγάλες Δυνάμεις βεβαίως σφυρίζουν αδιάφορα ενώπιον εθνικών και άλλων διεκδικήσεων και διαχρονικά κάνουν τους υπολογισμούς τους με βάση τα γεωπολιτικά τους συμφέροντα. Εν προκειμένω πιστεύω ότι εκτός από τις ΗΠΑ που διατηρούν επενδυτικά, εμπορικά και ενεργειακά συμφέροντα, επιπλέον η Κίνα μπορεί να συμβάλει στην εξεύρεση λύσης. Οι επενδύσεις της στην Ελλάδα είναι στρατηγικής σημασίας, μιας και χρησιμοποιεί τη χώρα μας ως διαμετακομιστικό κόμβο των προϊόντων της που περνούν και από την ΠΓΔΜ προς την Ευρώπη και επιθυμεί τη σταθερότητα στην περιοχή.
Σε αυτό το μωσαϊκό διεκδικήσεων και συμφερόντων, οφείλουμε να συμπεριλάβουμε και την Τουρκία, που θα επιχειρήσει με άξονα την κοινή θρησκευτική συνείδηση, αλλά και τη χρηματοδότηση προς τους γείτονες, να δυναμιτίσει οποιαδήποτε δυναμική προσπάθεια εξεύρεσης λύσης.
.
Μία ακόμα “φάρσα” της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής
Η χρεωκοπία των διαπραγματεύσεων το 1992 αποτέλεσε έναν ακόμα βραχνά στο σύνθετο βαλκανικό, γεωπολιτικό παζλ, που εν τέλει δεν ωφέλησε ούτε εμάς ούτε τους γείτονες. Επιπλέον, η αδιέξοδη πολιτική των κυβερνήσεών μας οδήγησε στην αναγνώρισή τους ως “Μακεδονία” από 134 κράτη-μέλη του ΟΗΕ!
Πόσο ακριβά πληρώσαμε και σε αυτήν την περίπτωση την ένδεια χάραξης της εξωτερικής μας πολιτικής, την ασυνεννοησία, τις μικροπολιτικές φιλοδοξίες που εν πολλοίς γιγάντωσαν το ζήτημα! Όταν το 1992 ο Πορτογάλος διαπραγματευτής Πινέιρο πρότεινε σύνθετη ονομασία, εξαφάνιση των αλυτρωτικών στοιχείων εν τη γενέσει τους (μην ξεχνάμε ότι η ΠΓΔΜ ήταν τότε ένα νεοσύστατο κράτος), συνταγματική κατοχύρωση των συνόρων και αφαιρούσε τη δυνατότητα χρησιμοποίησης των αρχαίων μακεδονικών συμβόλων, ο τότε Υπουργός Εξωτερικών κος. Αντώνης Σαμαράς, διαπράττοντας ένα από τα μεγαλύτερα σφάλματα της πολιτικής του σταδιοδρομίας, αντέδρασε αρνητικά. Αυτή η μεγάλη ευκαιρία χάθηκε, κοστίζοντας και στις δύο χώρες.
Όμως, η ιστορία τείνει να επαναλαμβάνεται ως φάρσα ή τραγωδία και σήμερα, 2,5 δεκαετίες μετά, έχουν δημιουργηθεί οι συνθήκες για επίλυση του ζητήματος με, ίσως, λιγότερο ευνοϊκούς προς τις θέσεις μας όρους! Τι τραγική ειρωνεία να χρονίζει ένα ζήτημα για δεκαετίες, με το αποτέλεσμα να αποβαίνει με αρνητικό πρόσημο… Και πόσο ενδεικτικό της ανικανότητας των πολιτικών μας ηγετών όλο αυτό το διάστημα μέχρι σήμερα να διαχειριστούν με αξιοπρεπή και επωφελή για τα συμφέροντά μας τρόπο μία ακόμα εθνική υπόθεση.
.
Η γνωστή εθνική… ασυνεννοησία
Το ζήτημα είναι, πλέον, η προσέγγιση της χώρας μας σήμερα. Ως είθισται, τόσο η κυβέρνηση, όσο και τα αντιπολιτευόμενα πολιτικά κόμματα αποδεικνύουν την έλλειψη ικανότητας, αποφασιστικότητας και αποτελεσματικότητας ενώπιον ενός εθνικού θέματος.
Ο μεν μεγάλος κυβερνητικός εταίρος, με τους εσφαλμένους χειρισμούς του Υπουργού Εξωτερικών κου. Κοτζιά, πυροδοτεί την υπόθεση και χωρίς κάποια σοβαρή στρατηγική προσέγγιση, ελπίζει με επικοινωνιακές επιλογές να προχωρήσει στην εξεύρεση λύσης, έχοντας συμμάχους τους άνωθεν, εξωτερικούς ευνοϊκούς παράγοντες. Για μία ακόμα φορά, αντί να αντιμετωπιστεί συνολικά το ζήτημα με τη μεγαλύτερη δυνατή στοχοπροσήλωση και προσοχή ως προς την ενημέρωση και προσέγγιση όλων των πολιτικών δυνάμεων, προτάσσεται το μικροπολιτικό συμφέρον και αποτελεί ένα “καλό χαρτί” στην προσπάθεια του ΣΥΡΙΖΑ να ανέβουν τα ποσοστά του… Σε αυτήν την περίσταση, δεν μπορώ βέβαια να μη σχολιάσω και την λαϊκιστική και ανεύθυνη στάση των ΑΝ.ΕΛ. που συνδιαμορφώνουν την κυβερνητική πλειοψηφία και αναρωτιέμαι τελικά πώς είναι δυνατόν να κυβερνιέται η χώρα με αυτόν τον επικίνδυνο τρόπο.
Τα κόμματα της αντιπολίτευσης παραδοσιακά ακολουθούν την κυβέρνηση σε αυτό το ράλι ανευθυνότητας και η Ν.Δ. δεν αποτελεί εξαίρεση. Παρά το γεγονός ότι ως κόμμα βαρύνεται για τη δημιουργία του ζητήματος και δεσμεύεται από τη συμφωνία της στη Σύνοδο του ΝΑΤΟ στο Βουκουρέστι, όπου ουσιαστικά είχε ξεκαθαρίσει η θέση της για εξεύρεση λύσης, σήμερα επιχειρεί να είναι και με τον αστυφύλακα και με το χωροφύλακα… Το Κίνημα Αλλαγής έχει τις αντιπολιτευτικές… υστερίες σε ημερήσια διάταξη, ενώ το Ποτάμι δείχνει να έχει μία πιο σοβαρή προσέγγιση, όπως και το ΚΚΕ που κρατά την πάγια θέση του σε αυτό το θέμα που δεν αποκλίνει σε μεγάλο βαθμό από αυτήν της εθνικής επιλογής-στόχου. Βεβαίως, η Ένωση Κεντρώων του κου. Λεβέντη δεν μπορεί να αξιολογηθεί με σοβαρότητα, ενώ η Χρυσή Αυγή, δυστυχώς, όπως πίσω στις αρχές της δεκαετίας του ’90, ψάχνει το πάτημα για να αναδυθεί εκ νέου στην επιφάνεια.
.

– Ας περάσουμε όμως και στην ουσία της υπόθεσης :
Δυστυχώς, η πολιτική κουλτούρα στη χώρα μας είναι συνηθισμένη να εκφράζεται με ευκολία με όρους εθνικής πλειοδοσίας και μειοδοσίας, ανατρέφοντας καταστάσεις που κατανοούν το σήμερα και τις ανάγκες του μέλλοντος με παλαιολιθικές εξαρτήσεις. Το αποτέλεσμα είναι η διαχειριστική αντίληψη της εξωτερικής πολιτικής και η αδράνεια απέναντι στην ανάληψη πρωτοβουλιών που θα ενεργοποιούσαν την Ελλάδα στα Βαλκάνια και την Ανατολική Μεσόγειο.
Σε όποιον σοβαρό αναλυτή, οποιουδήποτε πολιτικού χρωματισμού, αν θέσουμε το ερώτημα αν η στάση της χώρας μας από το 1991 μέχρι σήμερα απέβη επωφελής προς τα εθνικά και λαϊκά συμφέροντα, είναι δεδομένο ότι θα μας απαντήσει ότι μας ζημίωσε σε πολύ σημαντικό βαθμό (το ίδιο ισχύει και για τους γείτονες).
Έφτασε επιτέλους η ώρα να αφήσουμε πίσω τα φαντάσματα του παρελθόντος, να κοιτάξουμε με ρεαλισμό το σήμερα και να διαμορφώσουμε το μέλλον.
Ένα πολύ μεγάλο ποσοστό των επενδυτικών κεφαλαίων της γειτονικής χώρας είναι ελληνικών συμφερόντων, ενώ η Ελλάδα θα μπορούσε να εγγραφεί στον ενεργειακό χάρτη της Ευρώπης, καθώς η διπλωματία των αγωγών την έχει καταστήσει κομβικής σημασίας για την ενεργειακή απεξάρτηση της Ε.Ε. από τη Ρωσία, αλλά λόγω της εμπλοκής με την ΠΓΔΜ, οι αγωγοί παραμένουν ανενεργοί να σκουριάζουν. Επιπλέον, μία λύση που θα εδραιώσει τη σταθερότητα, θα αποτελέσει παράγοντα τόνωσης των επενδύσεων και θα ενισχυθεί η προοπτική ολοκλήρωσης του κεντρικού οδικού άξονα που συνδέει το Αιγαίο με τις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, με τα συνακόλουθα οικονομικά οφέλη από τις τουριστικές ροές, τις μεταφορές προϊόντων και την ανάπτυξη των εμπορικών συναλλαγών. Όμως, το πιο σημαντικό, στο πλαίσιο της καλής γειτονίας, είναι να εντάξουμε την ΠΓΔΜ σε μια περιοχή ζωτικών συμφερόντων για εμάς, διεκδικώντας πειστικά το μερίδιο ευθύνης και ισχύος που μας αναλογεί.
Ας σοβαρευτούμε επιτέλους! Τα κέρδη από αυτήν την ιστορία θα είναι εθνικά και σίγουρα πιο… πατριωτικά από την επικοινωνιακή διαχείριση και το ψευδοεθνικιστικό κλίμα που καλλιεργείται. Θα έπρεπε ήδη με πρωτοβουλία του Πρωθυπουργού να είχε διαμορφωθεί μία ισχυρή πλειοψηφία, ώστε να εμφανιζόμασταν με αρραγές μέτωπο στις διαπραγματεύσεις προκειμένου να πετύχουμε τα καλύτερα δυνατά αποτελέσματα στα πραγματικά κρίσιμα ζητήματα, ώστε να καμφθεί ο αλυτρωτισμός των γειτόνων.
Το όνομα δε βρίσκεται στην ουσία του προβλήματος, στο βαθμό που με ρητό τρόπο δε θα υπάρχουν εκατέρωθεν αλυτρωτισμοί, γίνονται σεβαστά ως απαραβίαστα τα σύνορα και τα δύο κράτη αποφεύγουν να παρεμβαίνουν το ένα στα εσωτερικά του άλλου (θέματα μειονοτήτων κ.λπ.). Εξ άλλου και το μέγεθος της γειτονικής χώρας, αλλά και οι ιδιαιτερότητές της, δεν την καθιστούν κίνδυνο. Είναι ίσως το μόνο από τα σύνορά μας όπου η Ελλάδα διατηρεί οικονομική και γεωπολιτική υπεροχή. Τα πράγματα, όμως, θα μπορούσαν να εξελιχθούν ιδιαίτερα δυσάρεστα για τη χώρα μας, εάν η Τουρκία κατορθώσει να μετατρέψει την ΠΓΔΜ σε κράτος-δορυφόρο της. Επομένως, αν δεν επιλυθεί αυτό το θέμα ούτε τώρα, λόγω των αδυναμιών του πολιτικού μας συστήματος, θα είμαστε -για πολλοστή φορά- άξιοι της τύχης μας.
Εν τέλει, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι αρμόδιοι για την άσκηση της εξωτερικής πολιτικής της χώρας είναι οι διεθνείς παραστάτες της (Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Πρωθυπουργός, Υπουργός Εξωτερικών και διπλωμάτες) και όχι η εκκλησία ή οι επιτροπές συλλαλητηρίων, που σίγουρα μπορούν και πρέπει να γίνονται σε μία δημοκρατική Πολιτεία, αλλά δεν μπορούν να καθορίζουν τα εθνικά συμφέροντα και την πολιτική της χώρας. Η ψυχραιμία, η στάθμιση των διεθνών και διπλωματικών εξελίξεων, η συνειδητοποίηση της ισχύος των πολιτικών επιρροών στη διεθνή σκηνή συμμάχων και αντιπάλων, δεν αποτελούν συνήθως ιδιότητες που προσήκουν στο λαό ως σύνολο (*). Η ηγεσία μίας χώρας οφείλει, να σκέφτεται ψύχραιμα και να αποφασίζει για το συμφέρον του κράτους, χωρίς συναισθηματισμούς και χωρίς το φόβο του πολιτικού κόστους. Να αφουγκράζεται τη βούληση του λαού από τον οποίο απορρέει η εξουσία της, αλλά και να λαμβάνει η ίδια τις αποφάσεις, με βάση δεδομένα που ο κόσμος αγνοεί ή όταν δεν μπορεί – για πολλούς λόγους – να τα αξιολογήσει…
.

Είναι αλήθεια ότι πολλές από τις σελίδες της ιστορίας των Βαλκανίων είναι γραμμένες με αίμα και έχουν πολλές αδικίες. Πρέπει όμως να συνειδητοποιήσουμε ότι οι σελίδες αυτές δεν ξαναγράφονται, ωστόσο οι λαοί μπορούν να γράψουν καινούργιες σελίδες κοινών αγώνων για ειρήνη, συνεργασία και πρόοδο.
.
(*) χαρακτηριστικό παράδειγμα η ανταλλαγή ελληνικών και τουρκικών πληθυσμών το 1923 που υπεγράφη από τον πλέον ευφυή Έλληνα πολιτικό, τον Ελ. Βενιζέλο και σήμανε το ήδη προδιαγεγραμμένο τέλος του μικρασιατικού ελληνισμού. Σύμφωνα με τις πηγές της εποχής, η απόφαση αυτή έβρισκε αντίθετη τη συντριπτική πλειοψηφία του ελληνικού λαού, ωστόσο, πλέον γίνεται αποδεκτό ότι η ανταλλαγή σε εκείνο το χρονικό σημείο ήταν επιβεβλημένη, γιατί σε διαφορετική περίπτωση θα παρέμεναν εν Ελλάδι 1,5 εκατομμύριο Τούρκοι, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τη συνοχή του ελληνικού κράτους

